Σάββατο, 13 Σεπτεμβρίου 2008

ΤΡΙΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΠΟΠΟΙΝΙΚΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΝΑΡΚΩΤΙΚΩΝ






Δημοσιοποιήθηκε, πριν δύο ημέρες, η πολυαναμενόμενη αγγλική έκθεση για τα παράνομα ναρκωτικά. Η έκθεση παρουσιάζει τα ευρήματα καθηγητών, νομικών και εθελοντών που έχουν ασχοληθεί για χρόνια με το ζήτημα, και ενσωματώνει ιατρικές, κοινωνιολογικές και εγκληματολογικές απόψεις. Ένα από τα συμπεράσματα της έρευνας είναι πως διάφορα ‘μαλακά’ ναρκωτικά, όπως το LSD, τα Ecstasy, η ινδική κάνναβη και τα αναβολικά προκαλούν πολύ μικρότερες βλάβες, σε ‘μέσους’ χρήστες, απ’ότι το αλκόολ ή το ταμπάκο (για την έρευνα της επιστημονικής επιτροπής της βουλής των κοινοτήτων δες τους συνδέσμους εδώ).
Στο κείμενο θα δεχτώ ως δεδομένα τα ευρήματα των παραπάνω ερευνών. Θα δεχτώ δηλαδή οτι κάποια από αυτά τα ‘μαλακά’ ναρκωτικά (όπως το LSD και η κάνναβη) δεν έχουν χειρότερες βλαπτικές συνέπειες απ’ότι το ταμπάκο ή το αλκοόλ για τον ‘μέσο’ χρήστη. Εκείνο που θα με απασχολήσει είναι, πρώτον, η έννοια της ‘βλάβης’ που μπορεί να μας ενδιαφέρει σε αυτές τις περιπτώσεις και, κυρίως, οι συνέπειες των ευρημάτων αυτών για τη δικαιολόγηση συναφούς νομοθεσίας και πολιτικής.
Στην Αγγλία ο νόμος διακρίνει ανάμεσα σε ουσίες με μία αλφαβητική κλίματα ΑΒΓ, η οποία αντικατοπτρίζει, μεταξύ άλλων, την προβλεπόμενη ποινή για κατοχή και χρήση της εκάστοτε ναρκωτικής ουσίας. ‘Σκληρά’ ναρκωτικά, όπως η ηρωίνη και η κοκαϊνη κατατάσσονται στην πρώτη κατηγορία -μαζί με ναρκωτικά όπως το LSD- ενώ ορισμένα πιο ‘μαλακά’, όπως η κάνναβη, κατατάσσονται στην τρίτη. Το αλκοόλ και το ταμπάκο δεν εντάσσονται σε καμία από αυτές τις κατηγορίες. Στην Ελλάδα, απ’όσο γνωρίζω (δεν είμαι νομικός), το νομικό πλαίσιο ρυθμίζεται από τον νόμο 1729/1987, ο οποίος διακρίνει ανάμεσα σε χρήστες και μη-χρήστες κατόχους ναρκωτικών ουσιών, και προβλέπει καταδίκη σε βαθμό πλημμελήματος για τους αποδεδειγμένα εθισμένους. Μολονότι υπάρχει μέριμνα σε σχέση με το είδος του ναρκωτικού που χρησιμοποιείται, ένας μη-εθισμένος χρήστης, ή απλός κάτοχος κάποιων ναρκωτικών ουσιών, μπορεί να τιμωρηθεί με ποινή φυλάκισης μέχρι ένα έτος (δες τη συζήτηση εδώ). Καμία από τις συναφείς διατάξεις δεν λαμβάνει υπόψη της το αλκοόλ ή το ταμπάκο.
Υπάρχουν πολλοί τρόποι να θιγεί το ζήτημα: κάποιοι θα αναζητήσουν τη δικαιολόγηση για περιορισμούς στη χρήση κάποιων ουσιών στην παραδοσιακή αρχή της βλάβης αφού, θα πούν, η χρήση των ουσιών αυτών προκαλεί έγκλημα, βία και κοινωνικές συγκρούσεις. Σϋμφωνα με αυτούς τους αυτονομιακούς δικαιούμαστε να επιβάλλουμε περιορισμούς στη χρήση ναρκωτικών, αλλά μονάχα στη βάση της ετερο-βλάβης. Άλλοι, ας τους αποκαλέσουμε πατερναλιστές, θα καταφύγουν στον πιο δυνατό ισχυρισμό οτι, ακόμα κι αν ορισμένες ουσίες δεν προκαλούν ετεροβλάβες, δικαιούμαστε να τις περιορίσουμε αφού προκαλούν αυτο-βλάβες (οι οποίες μπορεί να περιλαμβάνουν την εξάρτηση, την απώλεια νοητικής υγείας ή διάυγειας, κ.ο.κ.). Και οι δύο θέσεις επιδέχονται φιλελεύθερων παραλλαγών, αν και η παραλλαγή πάνω στην πρώτη φαίνεται πιο εύκολη από μια παραλλαγή πάνω στη δεύτερη.
Το πρόβλημα είναι το εξής: όποια αντίληψη από τις δύο κι αν προσυπογράφουμε -και στο βαθμό που δεχόμαστε τα ευρήματα των επιστημόνων- φαίνεται σχεδόν αδύνατο να δεχτούμε ποινικοποίηση, λ.χ., της κάνναβης, χωρίς ποινικοποίηση του αλκοόλ, ή του τσιγάρου.
Υπάρχει, ωστόσο, μία τρίτη κατηγορία επιχειρημάτων υπέρ της απαγόρευσης των ναρκωτικών, η οποία δεν χρειάζεται να καταδικάσει παράλληλα το αλκοόλ, ακόμα κι αν αυτό προκαλεί περίπου ίσες -ή ακόμα και μεγαλύτερες- βλάβες. Σύμφωνα με τους προμάχους αυτής της θεωρίας, η χρήση ναρκωτικών είναι ανήθικη, και ως εκ τούτου πρέπει να απαγορεύεται. Ας αποκαλέσουμε τη θέση αυτή μοραλισμό. Οι μοραλιστές πρεσβεύουν (όπως μερικοί θρήσκοι ηθικολόγοι) πως η χρήση ναρκωτικών είναι ανήθικη επειδή, κατά κανόνα, δημιουργεί ψευδαισθήσεις και απευθύνεται μονάχα σε αισθητηριακές -αντί για αυστηρά πνευματικές- απόψεις της ανθρώπινης εμπειρίας. Πιστεύω οτι ο μοραλισμός, σε αυτή τη μορφή του τουλάχιστον, δεν μας δίνει κανένα αξιόπιστο επιχείρημα. Κατ’αρχήν το αλκοόλ δημιουργεί ψευδαισθήσεις και δεν διεγείρει τα πνευματικά μας αντανακλαστικά. Ως προς αυτό δεν διαφέρει από άλλα ναρκωτικά. Αλλά ακόμα κι αν δεχτούμε την μείζονα προκείμενη του μοραλιστικού επιχειρήματος, οτι δηλαδή είναι ανήθικο να παίρνει κανείς ναρκωτικά όπως η κάνναβη, αφού αποκόπτει έτσι την άμεση του σχέση με τον κόσμο (ή κάποιο θεό!), δεν συνεπάγεται οτι δικαιούμαστε να το απαγορεύσουμε. Η μοιχεία είναι συνήθως ανήθικη -pace Lars von Trier- αλλά έχουμε καλό λόγο να μην την απαγορεύουμε.
Αφού λοιπόν απορρίψουμε το μοραλιστικό επιχείρημα μας μένουν δύο εναλλακτικές. Είτε αποδεχόμαστε νομιμοποίηση όλων των ουσιών που προκαλούν βλάβες (αυτοβλάβες και ετεροβλάβες) μέχρι κάποιο όριο -και άρα νομιμοποιούμε τουλάχιστον κάνναβη, αλκόολ, τσιγάρο, κ.ο.κ.- είτε δεχόμαστε ποινικοποίηση των παραπάνω και πολλών άλλων. Δεν γνωρίζω κανέναν που θα ήταν διατεθειμένος να απαγορεύσει το αλκοόλ (από ποτό μέχρι φαγητό) ή το τσιγάρο. Κατά συνέπεια θα συμφωνούσαμε όλοι με την αποποινικοποίηση ουσιών που προκαλούν μικρότερες βλάβες -εκτός αν αμφισβητούν τα συναφή επιστημονικά επιχειρήματα.
Αλλά έστω οτι κάποιος είναι διατεθειμένος να το πει: είναι διατεθειμένος, ακέραιος, και φανατικά προσυλωμένος στην ποινικοποίηση κάθε ουσίας που προκαλεί δυνητικά σοβαρές βλάβες (ακόμα και στα φάρμακα!?). Τί ενστάσεις μπορούμε να διατυπώσουμε εναντίον του; Πολλοί θα του αντέτασσαν οτι ‘κανείς δεν έχει δικαίωμα να επεμβαίνει στις ζωές των ανθρώπων χωρίς τη συναίνεσή τους’. Και εδώ ελλοχεύει ένας κίνδυνος: μπορούμε να ερμηνεύσουμε την ‘επέμβαση’ διασταλτικά και να πούμε οτι κάθε λογής πρόβλεψη του ποινικού δικαίου που αφορά τον περιορισμό αυτοβλάβης -όπως αυτή από το αλκοόλ ή άλλα ναρκωτικά- αντιβαίνει στην ατομική αυτονομία ή στην ατομική ελευθερία (η τελευταία θέση προτάσσεται συχνά από μια ηθικά ύποπτη παραλλαγή του φιλελευθερισμού που ονομάζεται ελευθεριακότητα). Ή μπορούμε να επιμείνουμε οτι είναι σημαντικό να περιορίζονται κάποιες μορφές αυτοβλάβης ακόμα και με την μεσολάβηση του νόμου, καθώς το αγαθό που θυσιάζεται σε αυτές τις περιπτώσεις -viz. η άσκηση της ατομικής αυτονομίας- είναι παρασάγγης μικρότερο από το αγαθό που συντηρείται -viz. η σωματική ή νοητική υγεία, ακεραιότητα, κλπ.
Η πιο εύλογη απάντηση στον απολογητή της ποινικοποίησης των ‘μαλακών’ ουσιών οφείλει να δίνει μια ένδειξη οτι επιθυμούμε τα μέλη μιας πολιτικής κοινότητας να έχουν όσο το δυνατόν ευρύτερο φάσμα επιλογών για να εξασκούν την αυτονομία τους. Αυτό πρακτικά σημαίνει οτι οφείλουμε να αναγνωρίσουμε σε όλα τα μέλη της κοινότητας αυτής -τουλάχιστον από μία ηλικία και πάνω- ελευθερίες (νοούμενες ως ‘ηθικά προνόμια’ - ‘liberties’, όχι ‘freedoms’) όσο το δυνατόν εκτενέστερες, ακόμα κι αν αυτό συνεπάγεται απειλή συχνότερων βλαβών. Παίρνουμε συνέχεια αποφάσεις που απειλούν βλάβες -χτίζουμε δρόμους, πυρηνικά εργοστάσια, εξέδρες για bungee jumping κ.ο.κ.- και συχνά το κάνουμε δικαιολογημένα. Αλλά από αυτή την αποχρώσα ένδειξη υπέρ της εκτενούς ελευθερίας δεν συνεπάγεται οτι δεν δικαιούμαστε να δίνουμε κίνητρα, μέσω του νόμου, για τον περιορισμό κάποιων ειδών ετεροβλάβης ή αυτοβλάβης. Αυτός είναι ο λόγος που θέλουμε να αποθαρρύνουμε, για παράδειγμα, τους ανθρώπους να πωλούν τους εαυτούς τους για σκλάβους -pace ελευθεριακότητα- και ο λόγος που θέλουμε να τους αποθαρρύνουμε να γεμίζουν το σώμα τους με ουσίες που απειλούν άμεσα τις ζωές τους (όπως με κάποιες ουσίες πιο ‘σκληρές’ από το αλκοόλ και το LSD).












ΤΑ ΝΑΡΚΩΤΙΚΑ ΩΣ ΕΝΑ ΑΚΟΜΑ ΟΠΛΟ ΤΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ
Το Κράτος είναι ένα καρκίνωμα. Μια κατάσταση αντίθετη με την ανθρώπινη φύση, που είναι η ελευθερία, η αυτοοργάνωση, η αυτοδιάθεση του ατόμου. Φυσική αντίδραση του ανθρώπου είναι αργά ή γρήγορα η εξέγερση. Οι κρατιστές έχοντας εις γνώσιν τους αυτό το γεγονός εφευρίσκουν συνεχώς νέους τρόπους καταστολής των ανθρώπων.Ένας τρόπος καταστολής πέρα από τα Ματ κ.λ.π. μέσα είναι η εξάρτηση γενικότερα. Είτε αυτή είναι του εργαζομένου απ’ τον εργοδότη, είτε του καταναλωτή απ’ τους εμπόρους, είτε του πρεζονιού απ’ τον πρεζέμπορα.Διακινώντας λοιπόν ναρκωτικά το κράτος προσπαθεί να καταστείλει ακόμα και τα πιο ανυπότακτα κομμάτια της κοινωνίας, εκείνους που δεν μπορεί να πείσει με τα διαφημιστικά και την ευτυχία μέσα από τα καινούρια adidas. Εκείνους λοιπόν τους μελλοντικούς εξεγερμένους προσπαθεί να καταστείλει με το πολύτιμο αυτό όπλο του: τα ναρκωτικά.Ένα όπλο που εγκληματικά στρέφει ενάντια στην κοινωνία προσπαθώντας να δημιουργήσει αφού δεν του μένει άλλη λύση καταστολής καινούρια τάγματα “ζωντανών νεκρών”. Καταπνίγοντας και τις τελευταίες ελπίδες τους δολοφονώντας τις στην παραμύθα. Ψάχνοντας για διέξοδο μακριά απ’ την πραγματικότητα, την καταπίεση και την ζωή για επιβίωση.Ο φόβος τους λοιπόν για την ανυπότακτη ανθρώπινη φύση μας τους κάνει να θέλουν να την πνίξουν. Η θέση των αναρχικών εδώ είναι αμετακίνητη: εναντιωνόμαστε σε κάθε είδους πρέζα, εξάρτηση και ελευθερία είναι δύο έννοιες ασυμβίβαστες και η μία εμποδίζει το δρόμο της άλλης, δεν μπορεί να υπάρξει ελευθερία εφ’ όσον υπάρχει εξάρτηση και το αντίστροφο.Το κράτος δεν θα καταστείλει την ενστικτώδη επιθυμία μας για ελευθερία. Η ελευθερία δεν κρύβεται έξω απ’ την πραγματικότητα. Αγωνιζόμαστε ενάντια στο κράτος και κάθε είδους κατασταλτική τεχνική του και έμπρακτα όπως έχει αποδειχθεί στο παρελθόν Π.χ. Το Φλεβάρη του ‘86 όταν ομάδα συντρόφων, επενέβη δυναμικά στην προσπάθεια του κράτους να πλασάρει ναρκωτικά στην πλατεία Εξαρχείων όπου ξυλοκόπησαν δύο πρεζέμπορους και έσπασαν τα αυτοκίνητά τους. Αμέσως μετά την συμπλοκή έσπευσαν οι δυνάμεις των ΜΑΤ όχι βέβαια για τους πρεζέμπορους, αλλά για να επιτεθούν στους συντρόφους αναρχικούς. Επίσης, οι αναρχικοί κυκλοφόρησαν δεκάδες προκηρύξεις κατά της εξάρτησης.Οι αναρχικοί δεν θα μπορούσαν να γίνουν σιωπηλοί παρατηρητές ούτε και σε αυτό το δολοφονικό έργο του Κράτους. Γιατί είναι πια δεδομένο πως ο κύριος διακινητής ναρκωτικών ουσιών είναι το ίδιο το κράτος αλλά και οι μεγαλοκαρχαρίες που δεν είναι άλλοι απ’ τα γνωστά σε όλους μας ανθρωπόμορφα γουρούνια τους κάθε είδους εξουσιαστές, οι οποίοι είτε βρίσκονται στο κρατικό μηχανισμό είτε στην αφάνεια κινώντας προσεκτικά τα νήματα προς όφελός τους.Είναι γνωστό πως ολόκληρες οικονομίες κρατών στηρίζονται στην παραγωγή κοκαΐνης (Κολομβία, Περού) και οπίου-ηρωίνης (χώρες χρυσού τριγώνου) εξουσιαστικοί πόλεμοι έχουν διεξαχθεί στο παρελθόν πράγμα που αποδείχνει πόσο σημαντικό ρόλο παίζει για τους μεγαλεμπόρους ο έλεγχος της διακίνησης από το καθένα τους προς όφελος του. Όλοι τους θέλουν το μεγαλύτερο κομμάτι απ’ την πίττα του αίματος και φωνάζουν σαν τα κοράκια θέλοντας να πιουν και το τελευταίο ίχνος ζωής των ναρκωτικών αποτελειώνοντάς τους. Τέρατα που το μόνο μέλημα τους είναι η καταστολή και το χρήμα.Στην Ελλάδα μεγαλύτερη διακίνηση γίνεται απ’ τον ίδιο το βασικό κατασταλτικό μηχανισμό του κράτους, της αστυνομίας. Γι αυτό και η νάρκωση συνεχίζει να διοχετεύεται ασταμάτητα σε πολλά κομμάτια της κοινωνίας και εντονότερα στις φυλακές και τα νεολαιίστικα στέκια. Ακόμα στις μεγαλοαστικές περιοχές πραγματοποιείται η διακίνηση σε κάποιες περιπτώσεις καθαρά και μόνο κοκαΐνης και χασίς όπου δεν προκαλεί εθισμό τόσο γρήγορα όσο η ηρωίνη και επιπλέον εάν ο πλούσιος χρήστης εθιστεί η λύση θα βρεθεί σε λίγες μόνο ώρες αφού σταλεί απ’ τη “μαμά” και το “μπαμπά” σε κάποια κέντρα αποτοξίνωσης στην Ελβετία μιας κι αυτοί έχουν την ανάλογη οικονομική άνεση για να σώσουν το καμάρι τους. Εδώ λειτουργούν διαφορετικά τα πράγματα. Στα νεολαιίστικα στέκια και στις φυλακές η διακίνηση είναι κυρίως χασίς, ηρωίνη αλλά και χαπιών. Βέβαια οι δυνατότητες διαφυγής σε περίπτωση εθισμού είναι περισσότερες. Αυτό το εφεύρημα των αποτοξινοτικών κέντρων είναι μια βιτρίνα για να πλασάρει το Κράτος νόμιμα τα ναρκωτικά.Τρανταχτό παράδειγμα καταστολής με τη βοήθεια των ναρκωτικών στις φυλακές είναι η περίοδος μετά την εξέγερση στις φυλακές του Κορυδαλλού το1998 και τη γνωστή αποτροπή της γενικότερης σύρραξης με το Κράτος από τους χειραγωγικούς μηχανισμούς. Οι φυλακές τότε κι ακόμα περισσότερο του Κορυδαλλού μετατράπηκαν ακόμα περισσότερο σε μια ανοιχτή αγορά ναρκωτικών ουσιών όταν Κάποιος μπορούσε να βρει οτιδήποτε επιθυμούσε.Γιατί άραγε να έγινε αυτό; Ο φόβος του Κράτους για μια γενικότερη πια εξέγερση το έστρεψε να βρει για ακόμα μια φορά τη διέξοδο στη διακίνηση ναρκωτικών ως μέσο καταστολής. Πώς αλλιώς να αποτρέψει Κάποια οργισμένα κομμάτια της κοινωνίας απ’ την εξέγερση, αυτά που γνωρίζουν το αληθινό πρόσωπο του Κράτους, που ξέρουν και ζουν καθημερινά το δολοφονικό του έργο και γνωρίζει από Πρώτο χέρι την καταπίεση που ασκεί πίσω απ’ τα φούμαρα της δημοκρατίας και της δήθεν ελευθερίας του ατόμου που μας πασάρουν καθημερινά.Οι άνθρωποι οδηγούνται προς την παραίτηση και την αυτοκαταστροφή και σε αντάλλαγμα οι “κύριοι” δολοφόνοι απομυζούν από τους μελλοντικούς “κινητούς τάφους” κέρδη του ύψους των τρισεκατομμυρίων το χρόνο.Οι αναρχικοί ως ζωντανοί και ανυπότακτοι άνθρωποι γνωρίζοντας το αληθινό πρόσωπο του Κράτους, παλεύουν όπως όλοι θα έπρεπε ενάντια στα ναρκωτικά αλλά και σε κάθε είδους κατασταλτικό μηχανισμό του Κράτους και παρ’ όλες τις προσπάθειες του να συνδέσει τους αναρχικούς με την εμπορία και χρήση ναρκωτικών είναι “κοινό μυστικό” πως οι μέθοδοι του Κράτους και τέτοιου είδους ιδανικά όπως το κέρδος αρμόζουν στους κρατιστές και το όλο σκεπτικό της εκμετάλλευσης που έχουν υιοθετήσει και όχι τους αναρχικούς που μάχονται για μια κοινωνία που στηρίζεται σε τελείως διαφορετικές βάσεις απ’ αυτές της τωρινής εξαθλιωμένης κατάστασης που μας επιβάλλουν οι εξουσιαστές προς όφελός τους. μιας κοινωνίας δηλαδή που βασιλεύει η εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο. Ο σκοπός δεν αγιάζει τα μέσα, ο σκοπός διαμορφώνει μέσα. Ένα τέτοιο βρώμικο παιχνίδι όπως η εμπορία ναρκωτικών δεν ταιριάζει παρά στα αιμοδιψή κοράκια του πλούτου τους εξουσιαστές. Αυτούς που αγωνιζόμαστε να καταστρέψουμε, γιατί η εξάλειψη τους σημαίνει ελευθερία για όλους και απελευθέρωση από τα εξουσιαστικά πλαίσια επιβίωσής μας.Ο ΑΓΩΝΑΣ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΕ ΚΑΘΕ ΕΙΔΟΥΣ ΠΡΕΖΑΕΙΝΑΙ ΑΓΩΝΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ


ΠΗΓΗ:http://blackblog2007.blogspot.com/2007/05/blog-post.html

Ελλάδα: Ναρκω-προφίλ(κειμενο του Κλεανθη Γριβα)


Οι Ναζί έλεγαν ότι έχουν Εβραϊκό πρόβλημα. Εμείς λέμε πως έχουμε Πρόβλημα ναρκωτικών. Στην πραγματικότητα, Εβραϊκό πρόβλημα ήταν το όνομα που έδιναν οι Ναζί στον διωγμό των Εβραίων και πρόβλημα ναρκωτικών είναι το όνομα που δίνουμε εμείς στο διωγμό των ατόμων που χρησιμοποιούν ναρκωτικά».
Thomas Szasz

Η κατασταλτική πολιτική απέναντι στις απαγορευμένες ουσίες που επιλέγεται και εφαρμόζεται από τους κατά τόπους εκάστοτε διαχειριστές της εξουσίας «χωρίς περίσκεψη, χωρίς λύπη και χωρίς αιδώ» επί πολλές δεκαετίες, έχει εμπλέξει την ανθρωπότητα σε μια ανθρωποβόρα συλλογική τραγωδία από την οποία η λύση της «κάθαρσης» έχει αποκλειστεί.
Η εξουσιαστική δαιμονολογία κατασκευάζει το «πρόβλημα των ναρκωτικών» και, εν συνεχεία, αναλαμβάνει να το «λύσει» στ' όνομα της «προστασίας» του κοινωνικού συνόλου, εξοντώνοντας τα θύματα, ισχυροποιώντας τους θύτες και αποδιοργανώνοντας την κοινωνία.
Ακολουθώντας τους «ομοτέχνους» τους των άλλων χωρών, οι διαχειριστές της κρατικής εξουσίας στην Ελλάδα, εδώ και πολλές δεκαετίες, ενεργώντας ως εκτελεστικά όργανα μιας «αντιναρκωτικής» πολιτικής που σχεδιάζεται στις ΗΠΑ (και επιβάλλεται καταναγκαστικά στις εξαρτημένες ή υποτελείς χώρες διαμέσου ποικίλων οικονομικών, πολιτικών και στρατιωτικών εκβιασμών και ενός πλέγματος διεθνών «συνθηκών» που υπαγορεύονται από την Ουάσικτον), εφαρμόζουν ένα σύνολο μέτρων απαγόρευσης και καταστολής της χρήσης ορισμένων ουσιών, με αποτέλεσμα να αναπαράγουν διευρυμένα το «πρόβλημα» που υποτίθεται ότι επιδιώκουν να «λύσουν», σπρώχνοντας την ελληνική κοινωνία όλο και πιο βαθειά στο διαλυτικό φαύλο κύκλο της ενδυνάμωσης της καταστολής και της εξάρτησης.
Η Ελλάδα παίρνει μέρος σ' αυτή τη συλλογική τραγωδία, καταβάλλοντας το υψηλό και δυσβάστακτο (ανθρώπινο, οικονομικό, πολιτικό και κοινωνικό) τίμημα που συνεπάγεται η συμμετοχή της στον αμερικανικό «πόλεμο κατά των «ναρκωτικών», εξ’ αιτίας της πλήρους ανεπάρκειας, της κραυγαλέας άγνοιας, της διανοητικής οκνηρίας και της πολιτικής ατολμίας των διαχειριστών της κρατικής εξουσίας, και των δεσμεύσεών τους από τα αμερικανικά κέντρα σχεδιασμού και αποφάσεων (και κυρίως της δουλικής πρόσδεσής τους στην Αμερικάνικη «αντιναρκωτική» πολιτική που είναι ενταγμένη στα πλαίσια του γενικής οικονομικής, πολιτικής και στρατιωτικής στρατηγικής των ΗΠΑ και εξυπηρετεί ανάγκες και σκοπιμότητες απολύτως ξένες προς την περιστολή της χρήσης των απαγορευμένων ουσιών.
Αντιμέτωπη με το εξουσιαστικά κατασκευασμένο πρόβλημα των «ναρκωτικών», η Ελλάδα, όπως και όλες οι άλλες χώρες που εξαναγκάστηκαν να αποδεχτούν την καταστολή ως μέσο αντιμετώπισης της χρήσης ορισμένων ψυχοτρόπων ουσιών, διαπιστώνει με οδυνηρό τρόπο την πλήρη χρεοκοπία της κατασταλτικής «αντιναρκωτικής» πολιτικής η οποία, αντί να περιστέλλει, πολλαπλασιάζει δραματικά όλους τους δείκτες που συνθέτουν το «πρόβλημα των «ναρκωτικών», προκαλώντας:
• Την αλματώδη αύξηση του αριθμού των εξαρτημένων από απαγορευμένες εξαρτησιογόνες ουσίες.
• Την τραγική αύξηση του αριθμού των θανάτων των εξαρτημένων, εξαιτίας της χρήσης των νοθευμένων περιττωμάτων που προσφέρονται στη μαύρη αγορά.
• Την ταχύτατη αύξηση της εγκληματικότητας που συνδέεται με την εναγώνια προσπάθεια του χρήστη να εξασφαλίσει τη «δόση» του με κάθε τρόπο (με τη μικροδιακίνηση, την κλοπή και την εκπόρνευση).
• Τη δραματική αύξηση του ποινικού πληθυσμού (το ένα τρίτο του, αφορά αδικήματα σχετικά με τη νομοθεσία περί «ναρκωτικών».
• Την ανησυχητική αύξηση της εξάπλωσης των ασθενειών που συνδέονται με τις άθλιες συνθήκες πρόσκτησης και λήψης που επιβάλλει η παρανομία (AIDS, ηπατίτιδα Β, ηπατίτιδα C, διάφορες λοιμώξεις).
• Την πλήρη εκμηδένιση της όποιας αποτελεσματικότητας θα μπορούσαν να έχουν οι διωκτικές αρχές εναντίον των διαφόρων εκφάνσεων του οργανωμένου εγκλήματος που ελέγχει τη μαύρη αγορά.
• Την απάλειψη κάθε προοπτικής να καταστούν οι εξαρτημένοι κοινωνικά βιώσιμοι και ανακτήσιμοι.
• Την εκρηκτική μεγιστοποίηση του κοινωνικού και οικονομικού κόστους που συνεπάγεται το πρόβλημα της εξάρτησης και της καταστολής, κόστος που έχει ήδη υπερβεί άπειρες φορές και από πολλές απόψεις τις δυνατότητες της κοινωνίας και του κράτους.


Τα αποτελέσματα της καταστολής
Ο παραλογισμός δεν βρίσκεται στο γεγονός ότι οι μηχανισμοί που δημιούργησε ο άνθρωπος είναι, κάτω από ορισμένες συνθήκες, πιο ισχυροί και μάλιστα πιο έξυπνοι απ' αυτόν.
Ο παραλογισμός βρίσκεται στο γεγονός ότι οι μηχανισμοί αυτοί δημιουργούν καταστάσεις που υποχρεώνουν τον άνθρωπο να παίζει σ' ένα παιχνίδι όπου οι πιθανότητες της ολοκληρωτικής του συντριβής ολοένα μεγαλώνουν.

Jan Kott, Σαίξπηρ, ο σύγχρονός μας
1. Η μαύρη αγορά
Χάρη στην κατασταλτική αντιμετώπιση των απαγορευμένων ουσιών, τη δαιμονολογική «αντιναρκωτική» προπαγάνδα και το ζήλο του διωκτικού, ποινικού και του σωφρωνιστικού μηχανισμού, οι 2.000 εξαρτημένοι του 1980 έκαναν ένα εντυπωσιακό άλμα στις 20.000 το 1985, εκτοξεύθηκαν στις 80.000 το 1990 και στις 100.000 το 2000.[1]
Μερικοί από τους δείκτες που συνθέτουν το πρόβλημα της μαύρης αγοράς της νοθευμένης ηρωίνης στην Ελλάδα (2000):


Χρήστες ηρωίνης


2.000 (1980) → 100.000 (2000) [130.000]

Μέση Ημερήσια Κατανάλωση
κάθε εξαρτημένου


700 χιλιοστά του γραμμαρίου
(ήτοι 0,2 έως 1,2 gr δια 2)

Μέση Ετήσια Κατανάλωση
κάθε εξαρτημένου, ετήσια


260 γραμμάρια νοθευμένης ηρωίνης
(ήτοι 700 mg Χ 365 ημέρες = 255,5 gr)

Συνολική Ετήσια κατανάλωση
όλων των εξαρτημένων


26.000 κιλά ή 26 τόνοι νοθευμ. ηρωίνης
(ήτοι 260 gr X 100.000= 26.000 κιλά)

Σύνολο ετήσιων κατασχέσεων
νοθευμένης ηρωίνης (1991)



20-40 κιλά νοθευμένης ηρωίνης
(δηλαδή το 0,15 % του συνόλου)

Τιμή της νοθευμένης ηρωίνης
στη μαύρη αγορά


30-40 € το γραμμάριο
(ή 30.000 - 40.000 € το κιλό)

Συνολικός ετήσιος τζίρος
στη μαύρη αγορά της ηρωίνης


1 ΔΙΣΕΚΑΤΟΜΜΥΡΙΟ €
(26.000 κιλά Χ 40.000 € = 1.040.000.000 €)
M' άλλα λόγια, ο ετήσιος τζίρος που πραγματοποιείται στη μαύρη αγορά της νοθευμένης ηρωίνης στην Ελλάδα ξεπερνάει το 40% του συνόλου των κερδών που πραγματοποιούν οι 50 μεγαλύτερες εταιρείες της χώρας,[2] (εξαιρουμένων των μεγάλων τραπεζών).
Αυτό εξασφαλίζει στις διάφορες εκφάνσεις του μεγάλου κεφαλαίου, του παρακράτους και του οργανωμένου εγκλήματος που ελέγχουν τη μαύρη αγορά, μια οικονομική ισχύ που:
● Αυξάνεται διαρκώς με καλπάζοντες ρυθμούς,
● Διεισδύει επεκτατικά στο πεδίο των νόμιμων οικονομικών δραστηριοτήτων και
● Μετασχηματίζεται σε πολιτική δύναμη με τη μαζική αγορά μέσων και «κρατικών και κυβερνητικών αξιωματούχων».
Αυτό ανατρέπει τους κανόνες του οικονομικού παιχνιδιού, αποσυνθέτει τη συνοχή του κοινωνικού δικτύου και θέτει σε άμεσο κίνδυνο τη λειτουργία των δημοκρατικών θεσμών.
«Οι λαθρέμποροι ‘ναρκωτικών’ αποτελούν έναν εξαιρετικά μεγάλο κίνδυνο, ιδίως για τις χώρες της Κοινότητας ειδικά και τις δημοκρατικές χώρες γενικά... αποτελούν μια άνευ προηγουμένου επίθεση κατά της εθνικής και της διεθνούς κοινωνικής τάξης και εν δυναμει του οικονομικού συστήματος του δημοκρατικού κόσμου... και βρίσκονται ήδη σε θέση να επηρεάζουν την πολιτειακή λειτουργία ολόκληρων χωρών».[3]

Έτσι, εξαιτίας της εμμονής των διαχειριστών της εξουσίας στην καταστολή, στον ιστορικό ορίζοντα της ανθρωπότητας έχει ήδη προβάλλει η εικόνα ενός μέλλοντος που κυριαρχείται από τον εφιάλτη του «ναρκω-ολοκληρωτισμού».

2. Οι άλλοι δείκτες του προβλήματος

Στο πεδίο των απαγορευμένων εξαρτησιογόνων ουσιών, η αδιάψευστη γλώσσα των αριθμών σκιαγραφεί ένα ζοφερό παρόν και προδιαγράφει ένα απελπιστικό μέλλον για την ελληνική κοινωνία:

ΔΕΙΚΤΕΣ ΤΟΥ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΟΣ
1980
1990
2000
ΑΥΞΗΣΗ
Εξαρτημένοι
2.000
80.000
130.000
5.000 %
Θάνατοι από νοθευμένη ηρωίνη
5
90
370
7.200 %
Διωχθέντες (ναρκ. νομοθεσία)
800

6.000
750 %
Βεβαιωμένες παραβάσεις (ναρκ. νομοθ.)
400
4.000
6.000
1.000 %
Κρατούμενοι στις φυλακές
700

2.100
300 %
Ποσοστό στο σύνολο των κρατουμένων
19 %

40 %
100 %
Παραβατικότητα (εξαιτίας δόσης)
+
+ +
+ + + + +
500 %
Δραστηριότητα διωκτικών υπηρεσιών
(α) αναποτελεσματική ως προς τους στόχους.
(β) αποτελεσματική ως παράγων επιδείνωσης[4]

-
+

- -
+ +

- - - - -
+ + + +

Τιμή νοθευμένης ηρωίνης
στη μαύρη αγορά (γραμμάριο)
10 €
15 €
40 €
400 %

Για τα 4 πρώτα στοιχεία: Υπουργείο Δημόσιας Τάξης (Πίνακες 1-6)

3. Το κοινωνικό κόστος της καταστολής

Ένα πολιτικό μέτρο που φαίνεται απόλυτα δικαιολογημένο εφ' όσον αγνοούνται οι έμμεσες συνέπειές του, συχνά αποκαλύπτεται πως είναι παράλογο μόλις ληφθούν υπ' όψη όλες οι (οικονομικές) συνέπειές του.
Gunnar Myrdal

Το είδος και η έκταση των προβλημάτων που δημιουργούνται από τα λεγόμενα «ναρκωτικά» εξαρτώνται κυρίως από τον τρόπο με τον οποίο τα αντιμετωπίζει η κρατική εξουσία και η κοινωνία.

Η υιοθέτηση μιας έλλογης και συνετής στάσης απέναντι στις ψυχοτρόπες ουσίες επιτρέπει την ενσωμάτωσή τους στο υφιστάμενο πολιτιστικό πλαίσιο, και πυροδοτεί τη δημιουργία και την ενίσχυση της λειτουργίας ορισμένων κοινωνικών μηχανισμών αυτορρύθμισης της χρήση τους διαμέσου των οποίων καθίστανται ακίνδυνα για την κοινωνική συνοχή. Αντίθετα,

Η επιλογή μιας άλογης, απορριπτικής και κατασταλτικής αντιμετώπισης δημιουργεί ένα πλήθος προβλημάτων εκ του μη όντος, διασφαλίζει τη συνεχώς διευρυνόμενη αναπαραγωγή τους και παράγει μια σωρεία απρόβλεπτων παρενεργειών που συνεπάγοντα ένα τεράστιο θετικό και συγχρόνως ένα ανυπολόγιστο αρνητικό κόστος για την κοινωνία. Ένα κόστος που αυξάνεται με γεωμετρική πρόοδο, υπερβαίνει τις δυνατότητές της κοινωνίας να το αντιμετωπίσει, εκμηδενίζει τις άμυνές της, υπονομεύει το παρόν της και υποθηκεύει το μέλλον της.

• Με τον όρο θετικό κόστος υποδηλώνονται οι κάθε είδους δαπάνες τις οποίες καταβάλλει η κοινωνία προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι πολύπλευρες παρενέργειες που παράγονται από μια δραστηριότητα (νόμιμη ή παράνομη) και είναι δυνατό να εντοπιστούν, να αξιολογηθούν και να κοστολογηθούν οικονομικά.
• Με τον όρο αρνητικό κόστος εννοούνται οι πολύμορφες αρνητικές κοινωνικές και πολιτικές συνέπειες που είναι δυνατόν να προκύπτουν από μια δραστηριότητα (νόμιμη ή παράνομη) αλλά είναι αδύνατο να ποσοτικοποιηθούν και να αποτιμηθούν οικονομικά.

α) Το θετικό κόστος της καταστολής

Για να έναν, κατά προσέγγιση, προσδιορισμό της οικονομικής επιβάρυνσης της κοινωνίας από την αναποτελεσματική κατασταλτική αντιμετώπιση των απαγορευμένων ψυχοτρόπων ουσιών (την ανέφικτη εξουδετέρωση των παρενεργειών ή την ουσιαστικά αδύνατη μείωση των πιο αιχμηρών συνεπειών του «προβλήματος», που παράγεται ευθέως και εξ’ ολοκλήρου από την παράλογη «αντιναρκωτική» πολιτική που εφαρμόζουν οι διαχειριστές της κρατικής εξουσίας) πρέπει να συνυπολογιστούν:

1) Οι συνολικές ετήσιες δαπάνες για τη συντήρηση και τη λειτουργία των μηχανισμών που έχουν επιφορτιστεί με την εφαρμογή της νομοθεσίας για τα «ναρκωτικών» (δίωξη, ποινική κύρωση, «σωφρωνισμός»), κατά το μέρος που αναλογεί στο ποσοστό των δραστηριοτήτων τους που αφορούν τις απαγορευμένες ουσίες.
Στους μηχανισμούς αυτούς (που το κόστος τους επιβαρύνει το δημόσιο προϋπολογισμό και αυξάνεται με τόσο γοργούς ρυθμούς ώστε να καθίσταται προβληματική η λειτουργία τους), περιλαμβάνονται:

• Ο μηχανισμός της δίωξης των «ναρκωτικών» (αστυνομικός και τελωνειακός).
• Ο βοηθητικός αστυνομικός μηχανισμός, που καλύπτει τις απαιτήσεις της προδικαστικής φάσης των υποθέσεων των ατόμων που συλλαμβάνονται για πράξεις σχετικές με τη νομοθεσία περί «ναρκωτικών».
• Ο ποινικός μηχανισμός.
• Ο «σωφρονιστικός» μηχανισμός.
• Ο δήθεν θεραπευτικός μηχανισμός.

2) Οι συνολικές απώλειες των επενδύσεων που έκανε η κοινωνία για την παραγωγή ενός (ανειδίκευτου, έστω) εργατικού δυναμικού ισοδύναμου με τον αριθμό των εξαρτημένων σε κάθε δεδομένη χρονική στιγμή (π.χ. 100.000 άτομα για την Ελλάδα το 2000).

3) Η συνολική επιβάρυνση της κοινωνίας από το γεγονός ότι ένας, συνεχώς αυξανόμενος, αριθμός εξαρτημένων τίθεται εκτός παραγωγικής διαδικασίας.

4) Το σύνολο των δαπανών που βαρύνουν άμεσα τους ίδιους τους χρήστες και το οικογενειακό τους περιβάλλον (συντήρηση των χρηστών, αμοιβές δικηγόρων σε περίπτωση σύλληψης και παραπομπής, καταβολές εγγυήσεων για αποφυλάκιση, εξαγορές ποινών, αμοιβές γιατρών, νοσηλεία σε κλινικές του ιδιωτικού τομέα, κ.α.). Και, τέλος,

5) Οι διαφεύγουσες εισπράξεις του κράτους από τις αφορολόγητες συναλλαγές στη μαύρη αγορά της ηρωίνης στην οποία πραγματοποιείται τζίρος ύψους 1 δισεκατομμυρίου ευρώ ετησίως, προς αποκλειστικό όφελος των «καρτέλ» που την ελέγχουν.

Συνυπολογίζοντας όλα τα παραπάνω μεγέθη, οδηγείται κανείς στο συμπέρασμα ότι το συνολικό κόστος των διαφόρων παραμέτρων της εξάρτησης και της καταστολής, που, κατά τους κατά προσέγγιση ερασιτεχνικούς αλλά προσεκτικούς και μάλλον μετριοπαθείς, υπολογισμούς του γράφοντος, ξεπερνάει το 1 δισεκατομμυρίου ευρώ ετησίως.

Μ’ άλλα λόγια, η εξουσιαστική εμμονή στην κατασταλτική «αντιναρκωτική» πολιτική, εξαναγκάζει τους Έλληνες φορολογούμενους να πληρώνουν πάνω από 1 δισεκατομμυρίου ευρώ ετησίως (ή 3 εκατομμύρια ευρώ ημερησίως) και να εισπράττουν ως αντάλλαγμα μια (ανέφικτη) εξουσιαστική «προστασία» από έναν κίνδυνο που υπάρχει ως τέτοιος μόνο εξαιτίας αυτής της πολιτικής.

Με βάση τα παραπάνω, είναι εύλογο ότι μοναδικό αποτέλεσμα της κατασταλτικής πολιτικής απέναντι στα λεγόμενα ναρκωτικά είναι ότι

Διαμορφώνει μια επεκτατική κακοήθη νεοπλασία, από την ύπαρξη της οποίας όλα τα βάρη τα επωμίζεται η κοινωνία και όλα τα κέρδη τα προσπορίζονται τα εγκληματικά δίκτυα που ελέγχουν τη διακίνηση και τη διάθεση των απαγορευμένων ψυχοτρόπων ουσιών.

Όλα αυτά καθιστούν πρόδηλη την ανάγκη της διαμόρφωσης μιας πολιτικής οικονομίας των απαγορευμένων ουσιών, που θα εξαναγκάσει τους διαχειριστές της εξουσίας να αποκαλύψουν, επιτέλους, πόσο ακριβώς στοιχίζει στην κοινωνία η ατελέσφορη κατασταλτική πολιτική τους απέναντι στα «ναρκωτικά».

β) Το αρνητικό κόστος της καταστολής

Στη μαύρη αγορά των απαγορευμένων ψυχοτρόπων ουσιών στην Ελλάδα, πραγματοποιείται τζίρος ύψους 1 δισεκατομμυρίου ευρώ ετησίως από την εμπορία μιας εξαρτησιογόνας ουσίας (της ηρωίνης), η οποία στη διαδρομή της από την παραγωγή μέχρι τον τελικό καταναλωτή της, διακινείται με μικτό ποσοστό κέρδους από 1.400% έως 4.000%, ανάλογα με το βαθμό της νόθευσής της.

Ο λόγος είναι απλός: Το γεγονός ότι η νοθευμένη ηρωίνη που κυκλοφορεί στη μαύρη αγορά περιέχει ηρωίνη σε ποσοστό από 0% έως 10% (μέσος όρος = 5%), σημαίνει ότι

• Από 1 κιλό καθαρής ηρωίνης με κόστος παραγωγής 200 ευρώ παράγονται 7 κιλά νοθευμένης ηρωίνης με περιεκτικότητα 15%, τα οποία στην τελική κατανάλωση αποδίδουν 280.000 ευρώ (7 κιλά ή 7.000 γραμμάρια Χ 40 ευρώ το γραμμάριο = 280.000 ευρώ). Συνεπώς, η νοθευμένη ηρωίνη αυτής της περιεκτικότητας διακινείται με μικτό ποσοστό κέρδους 1.400%.
• Από 1 κιλό καθαρής ηρωίνης με κόστος παραγωγής 200 ευρώ παράγονται 20 κιλά νοθευμένης με περιεκτικότητα 5% που στην τελική κατανάλωση αποδίδουν 800.000 ευρώ (20 κιλά ή 20.000 γραμμάρια επί 40 ευρώ το γραμμάριο = 800.000 ευρώ). Συνεπώς, η νοθευμένη ηρωίνη αυτής της περιεκτικότητας διακινείται με μικτό ποσοστό κέρδους 8.000%. Σημειωτέον ότι η νοθευμένη ηρωίνη με περιεκτικότητα 15% είναι η καλύτερη ποιότητα «ηρωίνης» που κυκλοφορεί στη μαύρη αγορά.

Η διαφορά ανάμεσα στις 280.000 ευρώ της νοθευμένης ηρωίνης με περιεκτικότητα 5% και τις 800.000 ευρώ ενός κιλού με περιεκτικότητα 15%, κάνει ολοφάνερη την τεράστια σημασία που έχει και η παραμικρή νόθευσή της ηρωίνης για όσους εμπλέκονται στις διάφορες φάσεις της διακίνησής της.

Πέρα απ’ αυτά, αυτή καθαυτή η ύπαρξη και η λειτουργία της μαύρης αγοράς θέτει ένα μείζον οικονομικό και πολιτικό πρόβλημα.

1) Το 1 δισεκατομμύριο ευρώ που αποτελεί τον συνολικό ετήσιο τζίρο στη μαύρη αγορά της νοθευμένης ηρωίνης, είναι αδύνατο να επαν-επενδύεται εξ' ολοκλήρου σε δραστηριότητες σχετικές με την ηρωίνη, αποδεικνύεται περίτρανα ένα απλό «παιχνίδι αριθμών»:

Το 1 δισεκατομμύριο ευρώ του ετήσιου τζίρου στη μαύρη αγορά της νοθευμένης ηρωίνης αντιστοιχούν σε 500.000 κιλά καθαρής ηρωίνης με κόστος παραγωγής 200 ευρώ (ή σε 3.500.000 κιλά νοθευμένης ηρωίνης με περιεκτικότητα 15% ή σε 10.000.000 κιλά νοθευμένης ηρωίνης με περιεκτικότητα 5%.

Εάν αυτό το ποσό επανεπενδυόταν σε δραστηριότητες σχετικές με την ηρωίνη, θα αντιστοιχούσε σε κάθε κάτοικο της Ελλάδας με ½ κιλό καθαρής ηρωίνης ή με 3,5 κιλά νοθευμένης με περιεκτικότητα 15% ή 10 κιλά νοθευμένης με περιεκτικότητα 5%, δηλαδή με μια ποσότητα που είναι υπερ-πολλαπλάσια από το μέσο όρο των ετήσιων αναγκών κάθε εξαρτημένου.[5]

Συνεπώς, εάν ο ετήσιος τζίρος που πραγματοποιείται στη μαύρη αγορά της νοθευμένης ηρωίνης (1 δισεκατομμύριο ευρώ) επαν-επενδυόταν εξ' ολοκλήρου ή έστω κατά μεγάλο μέρος του σε δραστηριότητες σχετικές με την ηρωίνη, θα οδηγούσε αντικειμενικά στην εξάρτηση ολόκληρου του πληθυσμού σε χρονικό διάστημα δύο ή τριών μηνών. Το γεγονός ότι δε συμβαίνει κάτι τέτοιο, αποδεικνύει ότι:

• Ένα ελάχιστο μέρος των κερδών που αποφέρει η εμπορία της ηρωίνης επενδύεται στη μαύρη αγορά (με τρόπο ώστε να εξασφαλίζεται η σταθερή ανάπτυξη της ζήτησής της και η συνακόλουθη αύξηση των κερδών), ενώ
• Tο μέγιστο μέρος των κερδών «ξεπλένονται» κατάλληλα και επενδύονται σε νόμιμες οικονομικές δραστηριότητες, με αποτέλεσμα όλο και σημαντικότεροι τομείς της οικονομίας να τίθενται υπό τον έλεγχο των διαφόρων εκφάνσεων του οργανωμένου εγκλήματος που ελέγχουν τη μαύρη αγορά, και να αυξάνεται διαρκώς η οικονομική τους δύναμη που εν συνεχεία μετασχηματίζεται σε πολιτική ισχύ.

Μ' άλλα λόγια, η αφανιστική πολιτική της επιλεκτικής απαγόρευσης ορισμένων ουσιών από τους εκάστοτε διαχειριστές της εξουσίας (η οποία δημιουργεί τη μαύρη αγορά των «ναρκωτικών» και την παραχωρεί στον αποκλειστικό έλεγχο των μεγάλων εγκληματικών οργανώσεων, περιχαρακώνοντας νομοθετικά την έκτασή της και περιφρουρώντας αστυνομικά τα όριά της) είναι η μοναδική υπεύθυνη για τη διαμόρφωση των όρων ενός αφανιστικού «παιχνιδιού» που επιτρέπει σ' αυτές τις εγκληματικές οργανώσεις να αυξάνουν διαρκώς και τα παράνομα και τα νόμιμα κέρδη τους, να πολλαπλασιάζουν συνεχώς την οικονομική τους δύναμη, να την μετασχηματίζουν σε πολιτική ισχύ και να ελέγχουν όλο και ευρύτερους και ζωτικότερους τομείς της δημόσιας ζωής.

Αυτό σημαίνει ότι, με πλήρη και αποκλειστική ευθύνη των διαχειριστών της κρατικής εξουσίας και εξαιτίας της κατασταλτικής τους μονομανίας, δημιουργείται, λειτουργεί και αναπτύσσεται συνεχώς η μαύρη αγορά των «ναρκωτικών» που αποτελεί ένα μοναδικά προνομιούχο και απολύτως ανεξέλεγκτο πεδίο αφάνταστα κερδοφόρων συναλλαγών, στο πλαίσιο του οποίου οι εγκληματικές οργανώσεις που το ελέγχουν πραγματοποιούν ασύλληπτα (και αφορολόγητα) κέρδη που τους παρέχουν την αντικειμενική δυνατότητα αφενός να συντηρούν αυτή την αγορά σε κατάσταση σταθερής διεύρυνσης και αφετέρου να αλώνουν το πεδίο των νόμιμων οικονομικών δραστηριοτήτων και να υπονομεύουν τους κοινωνικούς θεσμούς, έχοντας στη διάθεσή τους απεριόριστα μέσα για τη μαζική εξαγορά όλο και περισσότερων οικονομικών μονάδων και παραγόντων της δημόσιας ζωής.[6]


ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ ΤΩΝ ΑΠΑΓΟΡΕΥΤΩΝ


ΟΤΑΝ ΛΕΝΕ


ΕΝΝΟΟΥΝ
Πόλεμος κατά των «ναρκωτικών»
Πόλεμος κατά των ανεπιθύμητων
Μείωση της ζήτησης
Ενδυνάμωση της δίωξης των χρηστών
Περιορισμός της παραγωγής
Ανοικτές επεμβάσεις σε άλλες χώρες
Μηδενική ανοχή
Απόλυτη τιμωρία
Βία που συνδέεται με τα «ναρκωτικά»
Βία που συνδέεται με την απαγόρευση
Κοινωνία χωρίς «ναρκωτικά»
Κοινωνία χωρίς ελευθερίες
Σκληρός χρήστης
Αμετανόητος εξαρτημένος
Οικειόθελη «θεραπεία»
Αναγκαστική «αποτοξίνωση»
Υπάρχουν υποψίες ότι
Πρέπει να είσαι ένοχος για κάτι
Ειλικρινής συνεργασία με τις αρχές
Πρέπει να καρφώσεις κάποιο φίλο σου
Κατασχέσεις περιουσιακών στοιχείων των χρηστών
Νομιμοφανείς ληστείες
από όργανα του κράτους
Σκληρός εγκληματίας
Μικροδιακινητής
Μωρά του Κρακ
Παιδιά των ανεπιθύμητων


[1] Αυτός ο -κατά προσέγγιση- προσδιορισμός του αριθμού των εξαρτημένων στις 80.000 (1990) και τις 100.000 (2000): 1) Ηταν προϊόν προσεκτικών υπολογισμών και ανακοινώθηκε από τον γράφοντα στην εισήγησή του στο Διεθνές βυνέδριο της Διεθνούς Αντιαπαγορευτικής Ενωσης (LIA, Αθήνα, 22/11/90). 2) Κατατέθηκε από ορισμένους «εμπειρογνώμονες» στη διακομματική Κοινοβουλευτική Επιτροπή για τα «ναρκωτικά» περίπου την ίδια περίοδο και έγινε δεκτός από τα μέλη της ως βάση των υπολογισμών τους. 3) Είναι σύμφωνος με τον ισχύοντα διεθνή κανόνα που καθορίζει τη σχέση μεταξύ των θανάτων από νοθευμένη ηρωίνη και του αριθμού των χρηστών σε ένα προς χίλια (1:1000). 4) Είναι σύμφωνος με τις γενικές τάσεις και τις αναλογίες που καταγράφονται στις χώρες της ΕΟΚ: Στην 1η Έκθεση της «Εξεταστικής Επιτροπής για τα «ναρκωτικά» του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, το 1986, αναφέρεται ότι «υπάρχουν μέχρι 1,5 εκατομμύριο τακτικών χρηστών ηρωίνης στις χώρες της Κοινότητας» και ότι «κάθε μία από τις πέντε μεγάλες χώρες έχει από 200.000 χρήστες περίπου», πράγμα που σημαίνει ότι οι άλλες 7 μικρές χώρες έχουν 500.000 εξαρτημένους χρήστες ηρωίνης). 5) Υπολείπεται σημαντικά του αριθμού που δίνουν οι διάφορες ελληνικές κυβερνήσεις που ανάλογα με τις σκοπιμότητες της στιγμής τον ανεβοκατεβάζουν μεταξύ 25-120 χιλιάδων, εν είδει ανελκυστήρα.
[2] Στις εταιρείες αυτές περιλαμβάνονται οι BP, Shell, EKO, Mobil, Texaco, Toyota, Total, Alfa Romeo, Intercar, Mercedes, Philips, Siemens, Μαμιδάκης, κ.α., σύμφωνα με τα στοιχεία των ισολογισμών τους που δημοσιεύθηκαν στον «Οικονομικό Ταχυδρόμο» στις 15/11/1990.
[3] Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, Έκθεση της Εξεταστικής Επιτροπής για το Πρόβλημα των «ναρκωτικών» στις χώρες της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (Βρυξέλλες, Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, 1986), παράγραφος 6 και 7.
[4] Γιατί κάθε «επιτυχία» τους στον πόλεμό τους κατά της κάνναβης ακολουθείται από την προώθηση της ηρωίνης.
[5] Κάθε εξαρτημένος, ανάλογα με το βαθμό και την ένταση της εξάρτησής του, χρειάζεται και καταναλώνει κάθε μέρα από 250 mg έως 1,2 gr νοθευμένης ηρωίνης. Δηλαδή, κατά μέσο όρο χρειάζεται 700 mg το 24ωρο ή (700 X 365 ημέρες) 280 gr το χρόνο.
[6] Έκθεση της Επιτροπής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (1986), παρ. 6 και 7.


πηγη:http://www.zougla.gr/news.php?id=1033