Κυριακή, 14 Ιουνίου 2009

Εξέγερση, κρίση, ταξική σύνθεση

Εξέγερση, κρίση,
ταξική σύνθεση[1]

Αυτήν εδώ αποτελεί μια δεύτερη και πιο ουσιώδη –ίσως- αναφορά για την εξέγερση του Δεκέμβρη. Μια πρώτη ανάλυση του Δεκέμβρη (στο http://rizospastes.blogspot.com/2008/12/blog-post.html ) σημείωσε επιγραμματικά το ποιοι είναι οι πρωταγωνιστές της εξέγερσης (μαθητές, φοιτητές, νέοι επί τω πλείστων εργαζόμενοι/άνεργοι/προσωρινοί, μετανάστες 2ης γενιάς και λιγότερο 1ης), αποτύπωσε εν συντομία τα βαθύτερα κίνητρα τους (τα οποία τα ίδια τα αγωνιζόμενα υποκείμενα μπορούν να αποτυπώσουν καλύτερα), ανέδειξε ότι είναι βαθύς ο κλονισμός της αστικής εξουσίας από τα γεγονότα.
Τώρα είναι η ώρα να «κοιτάξουμε πιο βαθιά» και να δούμε την αλληλεπίδραση της εξέγερσης του Δεκέμβρη και της σημερινής κρίσης[2] με την σύνθεση της τάξης. Θα ασχοληθούμε λοιπόν όχι μόνο με το τι συμβαίνει στην τάξη, ποια είναι η αντικειμενική της κατάσταση, αλλά και με το πώς εκφράζεται αυτό, τι πολιτικές μορφές και πρακτικές παίρνει. Και είναι κάτι που πρέπει να γίνει απέναντι σε έναν ακτιβισμό (ένοπλο, ψηφοθηρικό κτλ.) ο οποίος φαίνεται να μην λαμβάνει καθόλου υπόψη την σύγχρονη ιστορία και κατάσταση της τάξης και εν τέλει τις πραγματικές, υλικές (και όχι φανταστικές) δυνατότητες που ανοίγονται για την όξυνση της ταξικής πάλης στο άμεσο μέλλον.

Θα ξεκινήσουμε την όλη μας ανάλυση από ένα υπαρκτό γεγονός της εξέγερσης του Δεκέμβρη: τις καταλήψεις των εργατικών κέντρων (Θεσσαλονίκης, Πάτρας, Ιωαννίνων, ΓΣΕΕ κ.α.). Αυτές ανέδειξαν ξεκάθαρα την ανάγκη σύνδεσης της εξέγερσης με το εργατικό-συνδικαλιστικό κίνημα. Επιπλέον, έγιναν από κόσμο που είναι κριτικός απέναντι στην συνδικαλιστική γραφειοκρατία, από κόσμο που ήθελε να αναδείξει και τη συναινετική πολιτική της γραφειοκρατίας αλλά και τα προβλήματα δομής/τρόπου οργάνωσης του συνδικαλιστικού κινήματος (ανάθεση, κομματικές παρατάξεις κ.α.). Αποτέλεσαν κινήσεις υψίστης συμβολικής σημασίας που καλώς έγιναν. Ταυτόχρονα όμως φανέρωσαν κάποιες σύγχρονες ιστορικές αδυναμίες του εργατικού κινήματος στην Ελλάδα. Η βασικότερη είναι ότι οι περισσότεροι εργαζόμενοι έχουν μικρή σχέση, όχι μόνο με τη ΓΣΕΕ και τα Εργατικά Κέντρα αλλά (δυστυχώς) και με τη δική τους (αυτό)οργάνωση και όσους την προπαγανδίζουν. Ποιοι βρέθηκαν στις καταλήψεις; Εργαζόμενοι, κυρίως νέοι, που έχουν μια πολιτική αναφορά στην αριστερά και κυρίως στον αντιεξουσιαστικό χώρο. Φοιτητές. Άνεργοι. Εξεγερμένοι. Και καλά έκαναν. Όμως η πλειοψηφία του κόσμου της μισθωτής εργασίας είναι μακριά από τα Εργατικά Κέντρα και πρέπει να το παραδεχτούμε αυτό. Είτε όταν αυτά λειτουργούν από τους επίσημους συνδικαλιστές-αντιπροσώπους, είτε όταν τελούν υπό κατάληψη από εξεγερμένους εργάτες. Για ποιον κόσμο όμως της μισθωτής εργασίας μιλάμε, για ποιους εργάτες και εργάτριες, και «που βρίσκονται»; Θα επιχειρήσουμε ένα πολύ δύσκολο εγχείρημα. Μια συνοπτική καταγραφή της κατάστασης των μεγαλύτερων (ανα)παραγωγικών κλάδων, μια καταγραφή που θα είναι αναγκαστικά –λόγω του μεγέθους των δεδομένων- πολύ επιγραμματική, με αφαιρέσεις, με αδυναμίες, αλλά συνάμα και αναγκαία, ως κατευθυντήρια οδός ανάλυσης των γεγονότων και των δυνατοτήτων της ταξικής πάλης σήμερα.

Ο ιδιωτικός τομέας – Οι 12 κλάδοι


1) Το εργοστάσιο, η βιομηχανία, η μεταποίηση.

Στον δευτερογενή τομέα, δύο είναι οι μεγάλοι κλάδοι και αυτούς θα εξετάσουμε: η μεταποίηση/βιομηχανία (περισσότεροι από 400.000[3] μισθωτοί πάσης φύσεως) με το πλήθος των εργοστασίων, και οι κατασκευές (οικοδόμοι, μηχανικοί, τεχνικοί κτλ. αγγίζουν τους 300.000 μισθωτούς). Ας δούμε αρχικά την μεταποίηση, που κωδικοποιημένα και αφαιρετικά θα την πούμε «το εργοστάσιο». Καταρχήν θα πρέπει να διαλύσουμε έναν μύθο και να πούμε ότι η Ελλάδα –και όμως- έχει βιομηχανία. Η μεταποίηση είναι, μετά το εμπόριο, ο μεγαλύτερος κλάδος σε μισθωτούς, είναι συντριπτικά ο πρώτος κλάδος στις εξαγωγές (ναι, μεγαλύτερες από την γεωργία)[4], το ποσοστό μισθωτών που απασχολούνται στην μεταποίηση δεν υπολείπεται σημαντικά από αυτό των «προηγμένων δυτικών χωρών». Πιο ιδιαίτερο χαρακτηριστικό είναι ίσως το ότι οι περισσότερες μονάδες στην Ελλάδα είναι μικρές και ότι λείπει η βαριά βιομηχανία. Και όπως επισημαίνει εύστοχα ο Sergio Bologna για τα μικρά εργοστάσια της Ιταλίας[5], η «μετάβαση από την εργατική δύναμη στην εργατική τάξη (μια διαδικασία που στο μεγάλο εργοστάσιο είναι εξασφαλισμένη από το γεγονός και μόνο της μαζικοποίησης) είναι μια μετάβαση που ο εργάτης του μικρού εργοστασίου πρέπει να κατακτήσει μέσω πολιτικών διαδικασιών και, κατά καμία έννοια, δεν είναι από τα πριν «δοσμένη». Η πρακτική της βίας οφείλει να αναπληρώσει την απουσία των πλειοψηφιών και το χαμηλό επίπεδο συμμετοχής». Θα μπορούσαμε να πούμε λοιπόν ότι το ίδιο ισχύει και για την Ελλάδα: η ριζοσπαστική συνείδηση και πρακτική δεν εξασφαλίζεται τόσο με την ίδια την ύπαρξη μαζικότητας αλλά με την εξέγερση/πρότυπο ρόλο κάποιων εργατών και την ύπαρξη μιας «εξωτερικής» πολιτικής κουλτούρας/διαδικασίας όπως π.χ. το ΚΚΕ/ΠΑΜΕ[6].
Το εργοστάσιο στην Ελλάδα, πάρα τη μεγάλη ανομοιομορφία που υπάρχει από μονάδα σε μονάδα από τεχνική και οικονομική άποψη (και δεν θα την εξετάσουμε εδώ), είναι από την άποψη της πολιτικής ταξικής σύνθεσης ένας χώρος «συντήρησης» με μια διττή έννοια. Εξηγούμαστε. Λόγω,
α) της παράδοσης αγώνων σε κάποια (μεγάλα) εργοστάσια που κρατά από τις δεκαετίες του ’70 και ’80 (ειδικά αυτά που έχουν δημόσιο ή ημιδημόσιο καθεστώς π.χ. ΕΛΠΕ)
β) λόγω του βιομηχανικού κύκλου που είναι συνήθως «έντασης κεφαλαίου» και όχι εργασίας και
γ) λόγω του στοιχειώδη συνδικαλισμού που αρκετές μονάδες έχουν, ορισμένα δικαιώματα στα εργοστάσια έχουν παραμείνει ανέπαφα ή με μικρή υποτίμηση. Μιλάμε για το κόλλημα των ενσήμων, την πληρωμή των υπερωριών, την εφαρμογή των συλλογικών συμβάσεων κ.α. Δεν είναι τυχαίο πως το 5μερο-8ωρο, εάν έχει σήμερα κάπου εφαρμογή, είναι επί τω πλείστων στα εργοστάσια (δες και Ανατροπές στο χρόνο εργασίας, Λ.Κρέτσος, Ενημέρωση ΙΝΕ-ΓΣΕΕ, τεύχος 130, Ιούλιος-Αύγουστός, 2006). Τα παραπάνω δικαιώματα έχουν κλονιστεί πολύ περισσότερο σε μεγάλους κλάδους του τριτογενή τομέα και θα δούμε τη σημασία αυτού μετέπειτα.
Ταυτόχρονα, η «συντήρηση δικαιωμάτων» αλληλεπιδρά με τη «συντήρηση της συνείδησης» ή «της πρακτικής» αν προτιμάτε: ο εργάτης του εργοστασίου είναι σε καλύτερη θέση να αμυνθεί της λαίλαπας των νεοφιλελεύθερων πολιτικών στην εργασία του ιδιωτικού τομέα, αλλά και αδυνατεί ως τώρα να περάσει στην αντεπίθεση. Αμύνεται, δέχεται μειώσεις με το μέτρο όταν δεν μπορεί να κρατήσει τα κεκτημένα, δεν έχει δείξει διάθεση ούτε να παραδοθεί τελείως αλλά ούτε και να θέσει αυτός μια ατζέντα διεκδικήσεων. Αυτός ο «συντηρητικός» εργάτης εκφράζεται από πολιτικές μορφές όπως:
1) οι συναινετικές ΠΑΣΚΕ-ΔΑΚΕ που βοηθούν στο να περνάν οι δυσμενείς αλλαγές με «μέτρο». Έτσι λειτουργούν και πολλά εργοδοτικά σχήματα.
2) το ΠΑΜΕ, που λειτουργεί ως εργαλείο αντίστασης στα «χειρότερα που έρχονται» αλλά δεν λειτουργεί ως δύναμη πραγματικής διεκδίκησης καθότι «όλα θα αλλάξουν αν ανατραπούν οι κεντρικοί (εκλογικοί) συσχετισμοί»
3) δεν εκφράζεται από κανέναν και παραμένει με πολύ χαμηλό επίπεδο (αυτό)οργάνωσης και αγωνιστικής πρακτικής. Το παράδειγμα της περσινής άνοιξης με την απόλυση στην φαρμακοβιομηχανία DEMO στην Αθήνα είναι ενδεικτικό.
Αυτός ο «συντηρητικός εργοστασιακός εργάτης» (που μπορεί να είναι μεσήλικας μπορεί όμως να είναι και νέος) απείχε τελείως από την εξέγερση του Δεκέμβρη. Η αυθόρμητη έκρηξη του Δεκέμβρη βρισκόταν σε πλήρη αναντιστοιχία, όχι μόνο με την έλλειψη αγώνων στα εργοστάσια, αλλά και με το μοτίβο των αγώνων όταν αυτοί διεξάγονται: με πλήρη σχεδόν διαμεσολάβηση από τις συνδικαλιστικές δυνάμεις (όταν υπάρχουν σωματεία). Επίσης, ο Δεκέμβρης ήταν μια έκρηξη στα μητροπολιτικά κέντρα: χώροι που ο βιομηχανικός εργάτης δεν έχει άμεση επαφή, όπως π.χ. ο εργάτης σε μια υπηρεσία, σε ένα κατάστημα στο κέντρο. Η κουλτούρα του «κέντρου» είναι αρκετά ξένη στον άνθρωπο που στις 7 το πρωί παίρνει το αυτοκίνητο του και από τον Εύοσμο πάει στη Σίνδο, στις 17.00 γυρίζει πίσω και κινείται στην γειτονιά του. Έτσι δεν μπορεί να μας εκπλήσσει πως το ΚΚΕ, που καταδίκασε την εξέγερση, πήρε θετικά αποτελέσματα στα γκάλοπ για το πώς φέρθηκε απέναντι στην εξέγερση: εξέφρασε (πέρα από τους μικρομαγαζάτορες και τους αγρότες που έχει κάποιες δυνάμεις) τον «συντηρητικό» εργάτη που το ίδιο έχει βάλει το χεράκι του να φτιαχτεί.
Για να τελειώνουμε με το εργοστάσιο, κάνουμε το ερώτημα: μπορεί το πνεύμα της εξέγερσης να μεταδοθεί εκεί μέσα και πως; Οι εργαζόμενοι δεν είδαν τελείως αρνητικά τα σπασίματα, την έκρηξη «της νεολαίας». Δεν είδαν όμως και το πώς μπορούν να συμμετάσχουν σε αυτή την έκρηξη. Τα πράγματα περιπλέκονται δε με την έλευση της κρίσης στην μεταποίηση που για ορισμένους τομείς είναι πραγματική. Οι μειώσεις των παραγγελιών είναι γεγονός σε ορισμένα εργοστάσια, και το μυαλό όλων (είτε δουλεύουν σε μια μονάδα που έχει πρόβλημα, είτε όχι) είναι πια στις απολύσεις, τη μείωση της εργατικής εβδομάδας ή του μισθού, την ελαστικοποίηση της εργασίας, το χτύπημα των συλλογικών συμβάσεων κ.τ.λ. Ήδη στην Σίνδο αρκετές επιχειρήσεις έδωσαν πολυήμερες άδειες τις ημέρες των Χριστουγέννων (αλλά και μετά) και κάποιες έχουν εισάγει μειωμένη εργασία με ανάλογη μείωση αποδοχών. Πολλές μονάδες στην Β.Ελλάδα (η κύρια περιοχή που η κρίση εκδηλώνεται ως τώρα μαζί με την Κρήτη και τα νησιά του Αιγαίου) απολύουν, μειώνουν τις ημέρες εργασίας, δίνουν υποχρεωτικές μέρες άδειας, μετατρέπουν την πλήρη απασχόληση σε μερική, διώχνουν τους συμβασιούχους που απασχολούσαν, καθυστερούν την πληρωμή μισθών (δες πιο αναλυτικά το άρθρο «Στρατιές ανέργων φέρνει η κρίση», στην εφημερίδα Μακεδονία, 5/2/09 – http://www.makthes.gr/ καθώς και την πολύ καλή συγκέντρωση στοιχείων στο http://gortynios.blogspot.com/2009/03/blog-post_10.html ). Φυσικά η κρίση δεν αγγίζει όλους τους μεταποιητικούς κλάδους το ίδιο. Συγκεκριμένα, δύο ηγετικοί βιομηχανικοί κλάδοι της Ελλάδος, τα τρόφιμα-ποτά και το φάρμακο, φαίνονται αλώβητοι στην κρίση. Προβλήματα αντιμετωπίζει η ένδυση (κυρίως οι εταιρείες που στηρίζονταν στις εξαγωγές), η κλωστοϋφαντουργία (που ήταν ήδη πολύ χτυπημένη) και το έπιπλο (που από παλιότερα αντιμετωπίζει προβλήματα, ειδικά με την επέκταση του do it yourself επίπλου που προωθούν εταιρείες όπως οι Praktiker, IKEA, Leroy Merlin). Επιπλέον, σε κάθε μεταποιητικό κλάδο υπάρχουν μονάδες που αντιμετωπίζουν προβλήματα, αλλά είναι συνήθως οι πιο μικρές. Οι «μεγάλοι παίχτες» βρίσκουν ευκαιρία σε αυτό το διάστημα για «κινήσεις αναδιάρθρωσης» π.χ. η ALUMIL, η HELLENIC STEEL και η KLEEMAN, η ΑΓΕΤ-Ηρακλής στην Εύβοια κ.α., αλλά είναι βέβαιο ότι αυτοί θα βγουν πιο δυνατοί από την κρίση. Τέλος, κάθε περιοχή της χώρας πλήττεται διαφορετικά από την κρίση στην μεταποίηση, ανάλογα με το ειδικό βάρος κάθε βιομηχανίας που λειτουργεί σε κάθε τόπο. Έτσι π.χ. η καθίζηση της γούνας στην Καστοριά έχει προκαλέσει χτύπημα σε όλη την τοπική οικονομία του νομού.
Το στοίχημα λοιπόν στα εργοστάσια έχει να κάνει μόνο με αυτές τις μονάδες που πλήττονται. «Μόνο», γιατί δεν πλήττονται όλες οι βιομηχανικές μονάδες. «Μόνο», γιατί στις μονάδες που δεν υπάρχει κρίση-αντικειμενικά υπάρχει η ιδεολογία-της-κρίσης, η κινδυνολογία, που δημιουργεί συναίνεση. Στις μονάδες λοιπόν που αντιμετωπίζουν πραγματικά πρόβλημα μπαίνουν επίδικα ζητήματα αγώνα. Θα δεχτούν οι εργάτες να πληρώσουν την κρίση (τις απολύσεις, την ελαστικοποίηση κτλ.) ή θα αποφασίσουν να κινηθούν και αυτοί «εξεγερτικά» όπως «η νεολαία» (με τις δικές τους μορφές βέβαια); Εκεί θα δοκιμαστεί πραγματικά το ΠΑΜΕ/ΚΚΕ που κατακεραύνωσε την εξέγερση του Δεκέμβρη. Μέχρι τώρα τα σημάδια δεν είναι ενθαρρυντικά. Υπάρχουν ορισμένες κινητοποιήσεις, αλλά από πολλές μονάδες με προβλήματα –ειδικά στην Β.Ελλάδα- δεν φτάνουν αγωνιστικά νέα. Είδαμε την κατάληψη στην μικρή χαρτοβιομηχανία Φάρος στην Αθήνα (η κινητοποίηση είχε ξεκινήσει πριν την κρίση και με αίτημα τα δεδουλευμένα), την απεργία ενάντια στις απολύσεις στην Φίλκεραμ-Τζόνσον (πλακάκια) στην Θεσσαλονίκη, την παναχαϊκή απεργία για τις απολύσεις στην πολυεθνική Frigoglass (ψυγεία), τις κινητοποιήσεις των εργαζομένων στην κλωστοϋφαντουργία Λαναρά στην Αθήνα (που όμως είναι πολύ παθητικές), την κατάληψη ενάντια στις απολύσεις στη NEOSET στην Χαλκίδα, την επίσχεση εργασίας στην Ενωμένη Κλωστοϋφαντουργία Θηβών κ.α. Δεν έχει γίνει όμως ακόμα ένας αγώνας πρότυπο (όπως πήγε να γίνει ο αγώνας στα Λιπάσματα Θεσσαλονίκης τον χειμώνα-άνοιξη του 2006), με μεγάλο δυναμισμό και με χρονική διάρκεια, έτσι ώστε να τραβήξει και άλλα κομμάτια της εργατικής τάξης της πόλης –μέσα και έξω από τα εργοστάσια- σε ένα κίνημα αλληλεγγύης. Λείπει δηλαδή ακόμα ένας αγώνας που θα αποτελέσει πρότυπο αγωνιστικής κινητοποίησης και για τα άλλα εργοστάσια με προβλήματα και θα τα σπρώξει σε μια σύνδεση μεταξύ τους[7].



2) Οι κατασκευές, η οικοδομή

Κατέβηκαν οι εργαζόμενοι των κατασκευών στην εξέγερση; Εδώ θα εξετάσουμε δύο «εργατικές φιγούρες» του κλάδου, τους οικοδόμους και τους μηχανικούς, παραλείποντας τους χειριστές, οδηγούς, διοικητικούς, που χρόνια τώρα εκφράζονται από συναινετικά, συντεχνιακά σωματεία (όπου ΠΑΣΚΕ και ΔΑΚΕ έχουν τον πρώτο λόγο).
Ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά: ο τελευταίος κύκλος αγώνων στην οικοδομή από τους «εκτελεστές» εργάτες, ήταν αυτός που σχηματικά μπορούμε να πούμε «ΜΕΤΡΟ-Ελ.Βενιζέλος-Ολυμπιακά Έργα». Ήταν φοβερές μάχες που πραγματικά έγινε η σύνδεση μετανάστη και ντόπιου εργάτη μέσα από εργατικές επιτροπές που δεν ελέγχονταν στην ουσία από το σωματείο/ΚΚΕ. Το πεδίο του μεγάλου εργασιακού χώρου, άμεσο, υλικό, πρακτικό, έδωσε τη δυνατότητα σε πολλούς μετανάστες πρώτης γενιάς (κυρίως Αλβανούς) να παλέψουν: συγκροτημένα, με την αναγνωρισμένη ταυτότητα του οικοδόμου και όχι με την επισφαλή (για να μην πούμε παράνομη για τους κρατικούς θεσμούς) ταυτότητα του μετανάστη. Έτσι βασικά μπορούσαν να παλέψουν οι μετανάστες πρώτης γενιάς. Οι οποίοι, κατά τη διάρκεια της εξέγερσης, συμμετείχαν στις πορείες μόνο στην Αθήνα (όπου η ποσότητα και η ένταξη των μεταναστών δεν συγκρίνεται με κανένα άλλο μέρος της Ελλάδας) και μόνο τις δύο πρώτες μέρες (αφού ακολούθησαν στοχευμένες επιχειρήσεις-σκούπα της αστυνομίας για να αποθαρρύνουν το κατέβασμα τους στον δρόμο μετά από 18 χρόνια σιωπής).
Ήταν πολύ ενθαρρυντικό που μετανάστες πρώτης γενιάς έκαναν το βήμα και κατέβηκαν στον δρόμο, έστω και μια μέρα. Γιατί ξέρουν πως είναι «επισφαλείς», άμα πιαστούν, για οποιονδήποτε λόγο, θα καταστραφούν, και αυτοί και όλη η οικογένεια τους. Η εξέγερση βέβαια του Δεκέμβρη τροφοδοτήθηκε συγκλονιστικά από τα παιδιά της 1ης γενιάς, την 2η γενιά (υπολογίζονται 200.000 όσοι γεννήθηκαν στην Eλλάδα, ή ήρθαν σε πολύ μικρή ηλικία, φοίτησαν σε ελληνικά σχολεία και τώρα ζουν και εργάζονται εδώ). Ενώ η πρώτη γενιά παλεύει να επιβιώσει, και κάνει συνήθως αγώνες μόνο όταν μια άλλη ταυτότητα («οικοδόμος», «εργαζόμενος»), μια άλλη συγκρότηση (σωματείο, παράρτημα οικοδόμων κτλ.) μπορεί να την προστατέψει, οι περισσότεροι αγώνες μεταναστών προκύπτουν ιστορικά από τη 2η γενιά που έχει μεγάλο βαθμό (υποτιμημένης) ένταξης στην κοινωνία[8].
Και οι ντόπιοι οικοδόμοι; Μαστιζόμενοι και αυτοί από την ανεργία και τη διάλυση των μεγάλων χώρων (έλλειψη μεγάλων έργων), μόνο μεμονωμένα μπορούσαν να κατέβουν, με βάση πολιτικές αναφορές. Στον κλάδο της οικοδομής κυριαρχεί αυτή τη στιγμή η ανεργία και τα περιστασιακά μεροκάματα σε μικρές οικοδομές (όπου τα συγγενικά/φιλικά δίκτυα σχέσεων παίζουν μεγάλο ρόλο και η δυνατότητα συλλογικού αγώνα εκμηδενίζεται). Όλη αυτή η κατάσταση είχε ήδη ξεκινήσει με την ολοκλήρωση των Ολυμπιακών και άλλων μεγάλων έργων (που μη ξεχνάμε ότι στηρίχτηκαν και από τρία κοινοτικά πακέτα στήριξης) αλλά έχει αυξηθεί ραγδαία τον τελευταίο καιρό. Και όπως δείχνουν και οι πρόσφατες κρατικές επεμβάσεις για την τόνωση της οικοδομικής δραστηριότητας, η ανεργία είναι το επίδικο ζήτημα αυτή την στιγμή στην οικοδομή.
Ποια η απάντηση ως τώρα; Όπως και με τα εργοστάσια, και εδώ τα πράγματα δεν είναι προς το παρόν ενθαρρυντικά. Στην Θεσσαλονίκη, όπου λαμβάνει χώρα ένα μεγάλο έργο, το ΜΕΤΡΟ, η οργάνωση και η αντίσταση βρίσκονται σε χαμηλό επίπεδο (σύμφωνα με πληροφορίες εκ των έσω). Μοναδικό ξέσπασμα ήταν το σταμάτημα της δουλειάς στις 5-6 Φλεβάρη, όταν σκοτώθηκε ο οικοδόμος Βλαδίμηρος Μπαμπεντζίδης. Αντίδραση υπήρχε ακόμα τον Μάρτη για την απόλυση 6 εργαζομένων. Λίγο πιο πριν, την Τρίτη 20/1, και μετά από πολύ καιρό, είδαμε συγκέντρωση οικοδόμων στην Θεσσαλονίκη για το ζήτημα της ανεργίας που καλέστηκε από το ΠΑΜΕ (που έχει πια λίγες δυνάμεις στην οικοδομή στην Θεσσαλονίκη). Οι οικοδόμοι συζητάνε αλλά η πλάτη στον τοίχο. Έτσι σκιαγραφεί συνάδελφος οικοδόμος την κατάσταση που έχει διαμορφωθεί.

Και οι μηχανικοί; Το «διανοητικό προλεταριάτο» των κατασκευών; Εκεί η κατάσταση λειτούργησε περισσότερο υπέρ της εξέγερσης, σε σχέση με τους οικοδόμους. Δεν είναι μόνο οι προσπάθειες, μειοψηφικές αλλά σημαντικές, που γίνονται από το Σωματείο Μισθωτών Τεχνικών στην Αθήνα. Δεν είναι μόνο τα επίδικα ζητήματα που έχουν ανακύψει τα προηγούμενα χρόνια και έχουν αναγκαστικά συσπειρώσει αρκετούς μηχανικούς (επίθεση στο Ταμείο τους, δελτίο παροχής υπηρεσιών κ.α.). Είναι πάνω απ’ όλα η σημαντική στελέχωση των εταιριών από ΝΕΟΥΣ εργαζόμενους σε ΕΠΙΣΦΑΛΕΙΣ ΣΥΝΘΗΚΕΣ με ΥΨΗΛΟ ΔΙΑΝΟΗΤΙΚΟ ΔΥΝΑΜΙΚΟ. Μάλιστα η πρόσφατη συσπείρωση –νεαρών και επισφαλών επί τω πλείστων- μηχανικών στην Θεσσαλονίκη οδήγησε και στη συγκρότηση του ΣΜΤ Μακεδονίας (δείτε http://rizospastes.blogspot.com/2009/04/blog-post_24.html).
Νέος, επισφαλής, διανοητικός εργάτης: μετά τον μετανάστη που αναφέρθηκε παραπάνω, είναι τα τρία νέα κοινωνικά χαρακτηριστικά/ιδιότητες που συνδέονται με την εξέγερση. Μιλάμε για τους μηχανικούς κάτω από τα 30-35 που έχουν φάει όλα τα σκατά της επισφαλούς εργασίας, της υποτίμησης, και που συνάμα έχουν τη διανοητική-πολιτισμική κληρονομιά του πανεπιστημίου: και δεν εννοούμε μόνο τη μόρφωση/κουλτούρα που σου επιτρέπει να διαβάζεις Ελευθεροτυπία την Κυριακή ή να κοιτάξεις στο youtube βίντεο από την εξέγερση ή να δεις στο Indymedia που είναι η επόμενη δράση, αλλά κυρίως, για την κουλτούρα αγώνα που υπάρχει από το ’72 στα ελληνικά πανεπιστήμια και ειδικά στα πρωτοπόρα Πολυτεχνεία. Αυτός ο νέος μηχανικός ήταν στο δρόμο, όχι η πλειοψηφία του, αλλά ένα μικρό κομμάτι που έχει διάθεση να αναδείξει ζητήματα, να κάνει αγώνα. Η συνέχιση λοιπόν της προσπάθειας οργάνωσης και αγώνα στο χώρο των μηχανικών -το επόμενο διάστημα- έχει τις δυνατότητες να συνεχιστεί, υπάρχουν εφεδρείες για να ανοίξουν μάχες. Και οι αντικειμενικές συνθήκες (κρίση στις κατασκευές με πτώση κατά 30% της οικοδομικής δραστηριότητας και μείωση του προγράμματος δημοσίων επενδύσεων για τα τεχνικά έργα υποδομής) φαίνεται ότι θα διακόψουν την τάση «μικροαστικοποίησης» του συγκεκριμένου μισθωτού κομματιού, του «ονείρου του ελεύθερου επαγγέλματος». Αντίθετα η ανεργία, η υποτίμηση, η «τάση προλεταριοποίησης» θα ενισχυθεί.



Ο τριτογενής τομέας

Πάμε τώρα στον τριτογενή τομέα. Μιλάμε για τα 2/3 της μισθωτής εργασίας, μιλάμε για τον τομέα με τη συνεχή διόγκωση, μιλάμε για τις υπηρεσίες που αναπτύσσονται κυρίως στα κέντρα των πόλεων. Θα εξετάσουμε, πάλι αναγκαστικά επιγραμματικά, τους μεγαλύτερους κλάδους.


3) Εμπόριο

Είναι ο μεγαλύτερος κλάδος σε όλη την Ελλάδα, με 500.000 περίπου μισθωτούς (και εδώ, όπως και στον επισιτισμό-τουρισμό, υπολογίζουμε τα χιλιάδες άμισθα συμβοηθούντα οικογενειακά μέλη). Η συντριπτική πλειοψηφία των καταστημάτων στην Ελλάδα απασχολεί κάτω από 10 άτομα, πολλά όπως είπαμε ως συμβοηθούντα μέλη της οικογένειας. Επομένως, οι δυνατότητες αντίδρασης, έρχονται και εκεί, όχι «από τη μαζικότητα» αλλά από την ατομική-πολιτική «συνείδηση/πρακτική» του εμποροϋπάλληλου: ο εμποροϋπάλληλος που αποφασίζει π.χ. να απεργήσει για το Ασφαλιστικό, ειδικά σε ένα μικρό κατάστημα, πραγματικά εξεγείρεται. Γιατί ο εμποροϋπάλληλος είναι πολύ αναλώσιμος, εύκολα αντικαταστάσιμος από την δεξαμενή ανέργων[9] (με πτυχίο και χωρίς πτυχίο).
Παρολαυτά, στο δρόμο κατέβηκε κάποιος νεαρός κόσμος που απασχολείται στο εμπόριο (ως αποθηκάριος, πωλητής, ταμίας, διανομέας κτλ.). Κατέβηκε, όχι φυσικά μαζικά, ούτε ως εμποροϋπάλληλος, αλλά ατομικά, για να ενωθεί με τους φίλους, την παρέα, το πλήθος του κόσμου. Κατέβηκε, και γιατί τον άγγιξαν τα γεγονότα, αλλά και γιατί ο ίδιος βιώνει ένα σωρό αρνητικές συνθήκες: εντατικές συνθήκες εργασίας (πίεση για «σωστό» service), ελαστικά και ξεχειλωμένα ωράρια (σπαστά, υπερωρίες, δουλειά στις αργίες), χαμηλοί μισθοί (600-800 ευρώ). Κατέβηκε επίσης και γιατί έχει την αναπαράσταση του δρόμου, της πορείας, ίσως και των συγκρούσεων στους κεντρικούς δρόμους, πολύ πιο έντονη από π.χ. τον σύγχρονο οικοδόμο. Η κουλτούρα του «κέντρου» της πόλης είναι πολύ πιο προσιτή σε έναν εμποροϋπάλληλο. Αυτό μετράει.
Αγώνες: δεν θα αναφερθούμε στους βιβλιοϋπάλληλους που ειδικά στην Αθήνα έχουν ένα πολύ καλό σύλλογο γύρω από τον οποίο μπορούν να συσπειρωθούν. Στην εξέγερση άλλωστε ο κόσμος δεν κατέβηκε τόσο με βάση τα εργασιακά του σωματεία αλλά «χύμα», με βάση την παρέα ή την δομή στην οποία επέλεξε να είναι π.χ. μια κατάληψη. Θα πρέπει όμως να αναφερθούμε στην πολύ σημαντική μάχη για την αργία της Κυριακής τα Χριστούγεννα. Πολύς κόσμος της εξέγερσης συμμετείχε στα κλεισίματα της οδού Ερμού, και μάλιστα είχε μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα από το μηντιακό ΠΑΜΕ (το οποίο ελέγχει τους συλλόγους εμποροϋπαλλήλων αλλά έχει μικρή μαζικότητα και συμμαχεί με την μικρή εργοδοσία του εμπορίου. Πρόσφατα κινητοποιηθήκε δυναμικά απέναντι στα JUMBO – δείτε το http://rizospastes.blogspot.com/2009/02/jumbo.html ). Κλεισίματα καταστημάτων βέβαια είχαν γίνει και στο παρελθόν, υπήρχε μια πολύ καλή εμπειρία από την «Πρωτοβουλία δράσης ενάντια στην απελευθέρωση του ωραρίου» το 2005 (από την οποία τροφοδοτήθηκε και η εργατική συλλογικότητα στο εμπόριο ΡΕΠΟ που υπάρχει μέχρι σήμερα – δείτε http://repo-zine.blogspot.com/). Πραγματικά δόθηκε μια μάχη στο συγκεκριμένο ζήτημα (δουλειά την Κυριακή) όπου οι αντικειμενικά ελάχιστες δυνάμεις στο χώρο του εμπορίου κατάφεραν να κερδίσουν τις εντυπώσεις και να περάσουν ένα μήνυμα αντίστασης. Χωρίς την εξέγερση είναι πιθανόν να μη μπορούσε να γίνει αυτό. Είναι κάτι ελπιδοφόρο, αν και ο χώρος του εμπορίου παραμένει «ο μεγάλος ασθενής», ο τεράστιος κλάδος όπου η οργάνωση είναι πολύ δύσκολη.
Η συγκέντρωση μεγάλων καταστημάτων σε εμπορικά κέντρα τύπου Mall, είναι μια καλή ευκαιρία για να «σωρευτούν» δυνάμεις και να κάνουν αγώνα. Ήδη στα Mall έχουν υπάρξει παρεμβάσεις, ενώ παραδείγματα όπως το σωματείο καταστημάτων τύπου στο Ελ.Βενιζέλος δείχνουν ότι μπορούν να σταθούν ριζοσπαστικές δυνάμεις σε τέτοιους χώρους. Ίσως η έμφαση στο εμπόριο θα πρέπει να είναι εκεί, στις μεγάλες αλυσίδες π.χ. Hondos Center, και κυρίως στα μεγάλα Μall, στα «νέα εργοστάσια» της κατανάλωσης.
Αυτοί οι χώροι μάλιστα πλήττονται λιγότερο από την κρίση, που φαίνεται ότι έχει επηρεάσει τομείς του εμπορίου. Μικρά καταστήματα πιέζονται, κάποια κλείνουν. Το εξαγωγικό εμπόριο αντιμετωπίζει προβλήματα. Υπάρχει πραγματική μείωση στις πωλήσεις αυτοκινήτων, την αγορά επίπλου, τον τομέα της ένδυσης-υπόδησης κ.α.
Δεν χτυπιούνται όμως όλοι οι εμπορικοί τομείς (π.χ. η αγορά προϊόντων και υπηρεσιών πληροφορικής δεν πλήττεται). Και το κυριότερο. Τα αποτελέσματα της υπαρκτής κρίσης σε τομείς του εμπορίου δεν είναι τα ίδια με αυτά σε τομείς της μεταποίησης. Πολύς κόσμος του εμπορίου είναι (ήδη πριν την κρίση) αρκετά προσωρινός και κινητικός και συχνά έχει τα εκπαιδευτικά προσόντα για μια μεταπήδηση σε έναν άλλο κλάδο της (ανα)παραγωγής. Και αυτό συμβαίνει στο περιβάλλον των αστικών πόλεων όπου συγκεντρώνεται το εμπόριο και όπου οι ευκαιρίες απασχόλησης είναι πολύ περισσότερες απ’ ότι στις επαρχιακές περιοχές (όπου βρίσκονται οι περισσότερες βιομηχανικές μονάδες). Σε πολλά καταστήματα δηλαδή κόσμος «πάει και έρχεται» εδώ και χρόνια. Τα προβλήματα στην ανάπτυξη αγώνα στο εμπόριο έχουν να κάνουν περισσότερο με τις πάγιες αντικειμενικές δυσκολίες συγκρότησης (κατακερματισμός σε πολλά και μικρά συνήθως καταστήματα στις πόλεις, κινητικότητα εργατικού δυναμικού, πολλές οικογενειακές επιχειρήσεις και λίγες οι μεγάλες επιχειρησιακές μονάδες π.χ. FOKAS). Δευτερευόντως επιδρά η πίεση των απολύσεων λόγω κρίσης, η πίεση για συναίνεση που «ζητά η κρίση» (χωρίς βέβαια να την υποτιμούμε).


4) Επισιτισμός-Ξενοδοχεία-Βιομηχανία του Τουρισμού

Μπαρ, καφέ, εστιατόρια, φαστ-φουντ, γυράδικα και άλλα τόσα μαγαζιά ψυχαγωγίας ξεφυτρώνουν «σαν τα μανιτάρια» τα τελευταία χρόνια. Πραγματικά οι εργαζόμενοι στον (κατακερματισμένο σε μικρο-μάγαζα) επισιτισμό διογκώθηκαν τα τελευταία 20 χρόνια φτάνοντας σήμερα να ξεπερνούν τους 200.000 μισθωτούς πάσης φύσεως (που το καλοκαίρι, λόγω τουρισμού, προσωρινά διπλασιάζονται). Ο επισιτισμός των πόλεων έδωσε εφεδρείες στην εξέγερση. Νέοι και επισφαλείς, οι σερβιτόροι, μάγειρες, ντελιβεράδες, μπάρμεν κ.α. είχαν κάθε λόγο να κατέβουν στο δρόμο. Και αυτοί όχι μαζικά, ούτε με μια εργασιακή ταυτότητα, αλλά με τα σκατά της επισφάλειας πλήρως αποτυπωμένα στο κορμί και την ψυχή τους. Πραγματικά ο επισιτισμός είναι το «δεκάρι της επισφάλειας»: ένσημα, ωράριο, συμβάσεις, όλα είναι στον αέρα. Χώρος φιλοξενίας αμέτρητων ανθρώπων που θέλουν να ενισχύσουν απλά το εισόδημα τους (ειδικά φοιτητών), χώρος συνεχής εναλλαγής εργασιών, προσωρινό σκαλί για «μια καλή δουλειά κάπου αλλού», ο επισιτισμός μαστίζεται και αυτός από τις αφόρητες δυσκολίες για οργάνωση. Παρά τις νέες αξιέπαινες προσπάθειες που έχουν γίνει (συλλογικότητα garconlekiastika στη Θεσσαλονίκη - http://garsonlekiastika.wordpress.com/, Σωματείο Σερβιτόρων-Μαγείρων στην Αθήνα - http://somateioserbitoronmageiron.blogspot.com/) η οργάνωση είναι πολύ δύσκολη. Και αυτό διότι ο εργαζόμενος στον επισιτισμό δεν έχει μεγάλη δομική δύναμη στον καταμερισμό εργασίας, αλλά ούτε και δύναμη στην αγορά εργασίας, είναι εύκολα αντικαταστάσιμος. Μόνη λύση διαφαίνεται να είναι λοιπόν τα «κοφτά χτυπήματα»: άμεσες συγκρούσεις σε μαγαζιά ώστε να πληγεί η δημόσια εικόνα τους π.χ. Pizza Hut[10], συγκρούσεις στις αλυσίδες του επισιτισμού που αναδεικνύουν όλη την κατάσταση στον κλάδο.
Στον επισιτισμό-τουρισμό-ψυχαγωγία παρεμβαίνει, σε κάποιες μεγάλες μονάδες π.χ. καζίνο, ξενοδοχεία, το ΠΑΜΕ. Εκεί στηρίζεται σε «επιχειρησιακές δυνάμεις», στη μεγαλύτερη δομική δύναμη που έχουν οι εργαζόμενοι στις μεγάλες μονάδες. Δύναμη που δοκιμάζεται ήδη καθότι η κρίση φαίνεται ότι επηρεάζει τον τουρισμό (που πρόκειται για «βαριά βιομηχανία» αφού οι άμεσες και έμμεσες οικονομικές δραστηριότητες που σχετίζονται με τον τουρισμό –π.χ. η κατασκευή ξενοδοχειακών συγκροτημάτων- προσφέρουν περίπου το 18% του ΑΕΠ, το μέγιστο δηλαδή που προσφέρεται από έναν κλάδο). Ήδη η μείωση των μαθητών που πήγαν «πενταήμερη» ήταν της τάξης του 20% (και ξέρουμε ότι οι γονείς δύσκολα στερούν από τα παιδιά τους αυτήν την εκδρομή). Γίνονται επίσης απολύσεις και δεν ανανεώνονται συμβάσεις εργαζομένων (δες Ριζοσπάστη, 5/12/2008). Οι εποχιακές θέσεις εργασίας που θα «ανοίξουν» το καλοκαίρι θα είναι μειωμένες. Τα μεροκάματα λιγότερα για τον περιπλανώμενο κόσμο του κλάδου (που συνήθως είναι νεαρής ηλικίας, θηλυκού γένους και χαμηλής ειδίκευσης). Δεν είναι τυχαίο άλλωστε που το κράτος, σε μια πρωτοφανή κίνηση, μοίρασε σε όλους τους αιτούντες εισιτήρια κοινωνικού τουρισμού -για να τονώσει την ζήτηση- και παίρνει συνεχώς μέτρα (πάγωμα ακτοπλοϊκών ναύλων κτλ.).
Όμως ήδη η ανεργία αυξάνει ραγδαία σε Κρήτη και στα νησιά του Αιγαίου. Αυτές οι δύο περιοχές της χώρας θα δοκιμαστούν πολύ. Πιο συγκεκριμένα, η Κρήτη στηρίχτηκε πολύ τα προηγούμενα χρόνια: α) στην προώθηση των πακέτων all inclusive (διαμονή, σίτιση διασκέδαση κτλ. όλα σε μία μεγάλη ξενοδοχειακή μονάδα) που «χαντάκωσαν» τους μικρότερους επιχειρηματίες και που φαίνεται ότι ως πακέτα θα έχουν μεγαλύτερη πέραση εν καιρώ κρίσης β) στις εισροές τουριστών από τη Ρωσία και άλλες ανατολικές χώρες (πέρα από τις πάγιες χώρες –Γερμανία, Αγγλία, Ιταλία κτλ.). Αλλά οι συγκεκριμένες χώρες –όπως και οι «πάγιες»- μαστίζονται φέτος από την κρίση και ήδη η ζήτηση πακέτων τουρισμού είναι μειωμένη. Έτσι, όχι μόνο τα μικρά, αλλά και τα μεγάλα ξενοδοχεία φαίνεται ότι θα στενευτούν από εδώ και πέρα. Στο συγκεκριμένο νησί βέβαια έχει σωρευτεί πλούτος από τα προηγούμενα χρόνια και υπάρχει η δυνατότητα μερικής στήριξης του εισοδήματος από μη-τουριστικές εργασίες π.χ. γεωργία. Αυτό δεν μπορεί να γίνει όμως σε μικρότερα νησιά όπως των Κυκλάδων που στηρίζονται σχεδόν αποκλειστικά στον τουρισμό. Μην εκπλαγούμε λοιπόν αν δούμε ολόκληρες τοπικές κοινωνίες να ξεσηκώνονται φέτος και να κάνουν τοπικούς διαταξικούς αγώνες (διαταξικούς, καθότι είναι πολύ πιθανόν εργάτες και επιχειρηματίες ενός τόπου να συνασπιστούν απέναντι στο Κράτος «για το καλό του τόπου». Μη ξεχνάμε ότι το δίκτυο φιλικών-συγγενικών σχέσεων είναι ισχυρό στις επιχειρήσεις των μεσαίων και μικρών νησιών ενώ μόνο στα μεγάλα νησιά –Κρήτη, Ρόδος, Κέρκυρα, Κως κτλ.- και στις μεγάλες μονάδες π.χ. στην Χαλκιδική, υπάρχει ένα «ξενοδοχειακό προλεταριάτο» που δεν έχει «φιλική-συγγενική» σχέση με την εργοδοσία και ούτε άμεση σχέση με έναν τόπο και την αγορά εργασίας του –γιατί, «ποιος ξεσηκώνεται όταν όλοι τον γνωρίζουν στο νησί;»). Μην εκπλαγούμε τέλος αν δούμε αργότερα και αύξηση της εσωτερικής μετανάστευσης (ή και εξωτερικής) από κόσμο που δεν μπορεί να βρει πια εισόδημα στην περιφέρεια.



5) Τράπεζες-Ασφάλειες-Χρηματοπιστωτικός τομέας

Κλάδος-κλειδί για την κίνηση και την ισορροπία των σύγχρονων οικονομιών, με περισσότερους από 100 χιλιάδες μισθωτούς στην Ελλάδα (30 χιλ. σε ημιδημόσιο καθεστώς), ο χρηματοπιστωτικός τομέας έχει δείξει μέχρι τώρα αντοχές απέναντι στην κρίση. Αυτό συμβαίνει, όχι μόνο λόγω της κρατικής στήριξης που δόθηκε, αλλά και της χρόνιας συσσώρευσης κερδών και πλούτου. Αυτό άλλωστε οδήγησε τις τράπεζες και στο μεγάλο άνοιγμα στις χώρες της Νοτιοανατολικής Ευρώπης όπου τα τελευταία χρόνια επένδυσαν γύρω στα 7 δις ευρώ σε εξαγορές και στη διεύρυνση του δικτύου υποκαταστημάτων τους. Εκεί η κρίση τις φοβίζει περισσότερο, ειδικά μετά την υποτίμηση τοπικών νομισμάτων που οδηγεί σε δυσκολίες αποπληρωμής των δανείων (οι ελληνικές τράπεζες έχουν δώσει συνολικά στα Βαλκάνια δάνεια ύψους 55 δις. ευρώ σε δολάρια ή ελβετικά φράγκα ή ευρώ). Τώρα: οι πιέσεις που λαμβάνουν χώρα μπορεί να οδηγήσουν σε συγχωνεύσεις τραπεζών για να διατηρηθεί η υψηλή κερδοφορία τους. Ήδη το ¼ της Proton Bank αγοράστηκε από την Πειραιώς ενώ η Aspis Bank ψάχνει για συνεργασίες. Η MIG του Βγενόπουλου αύξησε κατά 5 δις. ευρώ το μετοχικό της κεφάλαιο και «σαν το κοράκι» ψάχνει να βρει την ευκαιρία. Ζημιωμένοι αργά ή γρήγορα θα είναι οι εργαζόμενοι όσων τραπεζών συγχωνευτούν.
Πως θα απαντήσουν; Το πάλαι ποτέ δυνατό συνδικαλιστικό κίνημα των (30) τραπεζών έχει κάποια δυναμική μόνο στους χώρους του δημοσίου (Εθνική, Αγροτική που πέρσι τον Δεκέμβρη έκανε γερή απεργία κτλ.). Αντίθετα στις τράπεζες των αμιγώς ιδιωτικών συμφερόντων επικρατεί ο φόβος αλλά και η συναίνεση που είχε χτιστεί χρόνια τώρα με τις καλές αμοιβές, τα πριμ κτλ. Η Citibank για παράδειγμα, παρά τα προβλήματα της σε παγκόσμιο επίπεδο, έδωσε και φέτος γερή αύξηση στους υπαλλήλους της (πληροφορίες εκ των έσω). Σε πολύ χειρότερη όμως μοίρα είναι οι ενοικιαζόμενοι εργαζόμενοι των τραπεζών. Οι τράπεζες (και ειδικά η Εθνική) είναι ο μεγαλύτερος εργοδότης ενοικιαζόμενων εργαζομένων, οι οποίοι το τελευταίο διάστημα προσπαθούν να οργανωθούν και να αντισταθούν στις απολύσεις (μη ανανεώσεις συμβάσεων) που έχουν ήδη ξεκινήσει (δείτε και http://noikiasmenoi-ergazomenoi.blogspot.com/). Τι θα γίνει θα δείξει το άμεσο μέλλον. Όσο για την εξέγερση…η «εργατική αριστοκρατία» των τραπεζών μάλλον δεν ήταν στον δρόμο. Ίσως κάποιοι νέοι εργαζόμενοι και κάποιοι που έχουν πολιτικό-ιδεολογικές αναφορές. Αλλά οι εργαζόμενοι του χρηματοπιστωτικού τομέα έχουν μάθει σε άλλους τρόπους διεκδίκησης: είτε ατομικά, είτε μέσω των σωματείων τους, και σε κάθε περίπτωση με περισσότερη συντεχνιακή αντίληψη σε σχέση με άλλους εργαζομένους. Έχουν προνοιακότερο (σε σχέση με τους περισσότερους μισθωτούς) εργασιακό καθεστώς, έχουν εξειδίκευση και δύναμη στην αγορά εργασίας, έχουν οργανωτική συγκρότηση (40 πρωτοβάθμια σωματεία) και (παραδοσιακό) συνδικαλισμό: η κοινωνική εξέγερση, με τις μορφές που πήρε, δεν ήταν η πρώτη τους προτεραιότητα...



6) Τηλεπικοινωνίες

Ο κλάδος των τηλεπικοινωνιών είναι ένας κλάδος με «νέα ταξική σύνθεση»: εννοούμε ότι οι περισσότερες ιδιωτικές επιχειρήσεις τηλεπικοινωνίας (VODAFONE, WIND, FORTHNET κτλ.) αναπτύχθηκαν μετά το ’90 και οι εργαζόμενοι σε αυτούς τους χώρους τώρα έχουν εμπειρία για τα προβλήματα της παραγωγής και τώρα οργανώνονται ενάντια στις συνθήκες που βιώνουν. Πράγματι, με πρωτοπόρο το επιχειρησιακό σωματείο της WIND αλλά συνάμα και με άλλα νεοσύστατα πρωτοβάθμια σωματεία, ο χώρος των τηλεπικοινωνιών έχει γίνει ένας κλάδος αγώνων: σε Forthnet, Altec, Vodafone, Teleperformance, Cosmote, Lannet, στα τηλεφωνικά κέντρα του ΟΤΕ, παντού δίνονται μάχες, μικρές ίσως, αλλά πολύ σημαντικές για την «ταξική διαπαιδαγώγηση» των νέων εργαζομένων. Νέων; Πραγματικά οι περισσότεροι εργαζόμενοι στις τηλεπικοινωνίες είναι νέοι σε ηλικία, με μικρή εμπειρία στην ταξική πάλη, με έντονη την αναπαράσταση του «τίποτα δεν γίνεται» της νεοφιλελεύθερης εποχής. Ταυτόχρονα, οι περισσότεροι από αυτούς είναι μορφωμένοι (με πτυχία από Πανεπιστήμια, ΤΕΙ, ΙΕΚ, κολλέγια κ.α.) και λόγω της δουλειάς τους, βρίσκονται μέσα στις εξελίξεις της επικοινωνίας-πληροφορίας π.χ. έχουν επαφή με την κουλτούρα του Ίντερνετ, του facebook κτλ.
Φυσικά μεταξύ των εργαζομένων υπάρχουν διαιρέσεις. Άλλοι μηχανικοί δικτύων, άλλοι πωλητές στα καταστήματα. Άλλοι αορίστου χρόνου, άλλοι με συμβάσεις παντός τύπου. Άλλοι με bonus, άλλοι με έναν πενιχρό μισθό. Άλλοι με υποσχέσεις καριέρας, άλλοι με τον τρόμο του outsourcing που χρησιμοποιείται εκτενώς για να κατακερματίσει τον «συλλογικό εργάτη» του κλάδου. Πως αλληλεπίδρασε λοιπόν αυτή η νέα εργατική υποκειμενικότητα με την εξέγερση; Είπαμε ότι στην εξέγερση δεν κατέβηκε κανείς με την εργατική του ταυτότητα. Και η ταυτότητα των εργαζομένων στις τηλεπικοινωνίες δεν είναι (ακόμα) μια υποτιμημένη εργασιακή ταυτότητα. Οι μισθοί, ανάλογα βέβαια και με το πόστο, είναι σε ένα μέσο επίπεδο: κάτω π.χ. από τους περισσότερους τραπεζικούς, πάνω από τον επισιτισμό ή το εμπόριο. Πολλοί έχουν μόρφωση, χαρτιά, έχουν «ζωντανή» την προσδοκία ανέλιξης στις εταιρείες τους που είναι ραγδαία αναπτυσσόμενες. Με αυτή την έννοια, ήταν τα λιγοστά, πρωτοπόρα στον εργασιακό αγώνα, κομμάτια των τηλεπικοινωνιών που βρίσκονταν στις πορείες του Δεκέμβρη.
Και η κρίση; Καταρχήν η ελλαδική αγορά τηλεπικοινωνιακών προϊόντων έχει αρχίσει τα τελευταία χρόνια να «ωριμάζει». Ενώ δηλαδή για 15 χρόνια οι καινοτομίες στα τηλεπικοινωνιακά πακέτα/προϊόντα –με την συνοδεία μιας επιθετικής διαφήμισης- είχαν μεγάλη καταναλωτική πέραση και κυριολεκτικά διαμόρφωσαν ένα νέο τοπίο στην επικοινωνία (κινητά, Ίντερνετ, ασύρματα δίκτυα, κάθε λογής gadget κτλ.) και καινούργιες συνήθειες και πρακτικές για τους νέους κυρίως ανθρώπους, τα τελευταία 2 χρόνια παρατηρούνται αναδιαρθρώσεις λόγω της αύξησης της έντασης του ανταγωνισμού σε μια πιο κορεσμένη αγορά.
Έτσι η κρίση βρίσκει:
α) «υγιείς» εταιρείες με μεγάλα κεφάλαια, με αναπτυγμένο τζίρο, με μεγάλη ανάπτυξη στις γειτονικές χώρες (όπως οι τρεις μεγάλες της κινητής τηλεφωνίας). Επιχειρήσεις που ήδη έχουν ξεκινήσει μια σειρά αναδιαρθρώσεων (outsourcing, συγχωνεύσεις, μειώσεις προσωπικού κ.α.) για να αντιμετωπίσουν τον αυξανόμενο ανταγωνισμό και την πιθανότητα μείωσης των κερδών τους. Αναδιαρθρώσεις που βέβαια δεν πείραξαν τα παχυλά bonus των στελεχών
β) Μικρές εταιρείες, με μικρό παρελθόν και αβέβαιο μέλλον. Πολλές επιχειρήσεις που τα τελευταία χρόνια προσπάθησαν να μπουν «σφήνα» και να πάρουν μερίδια της αγοράς (κυρίως στην σταθερή τηλεφωνία και το Internet) δεν τα κατάφεραν (πτώχευση σε Sparknet, σε Altec που οδήγησε σε αγώνα τους εργαζομένους τον Νοέμβρη του 2008 με κατάληψη των εγκαταστάσεων της εταιρείας, σε Teledome, σταμάτημα λειτουργίας σε Lannet όπου πάλι ο κόσμος κινητοποιήθηκε για τα δεδουλευμένα κ.α.).
Τώρα: Οι εταιρείες τηλεπικοινωνίας επηρεάζονται δευτερογενώς από την κρίση π.χ. τα κεφάλαια που μπορεί να είχαν πρόσβαση μέσω δανεισμού περιορίζονται, τα επενδυτικά τους σχέδια επανεξετάζονται, παρατηρείται ήδη περιορισμός των δαπανών στην κινητή τηλεφωνία από τους καταναλωτές αφού «στριμώχνονται οικονομικά» κ.α. Αυτό οξύνει τον ανταγωνισμό και οι μεγάλοι παίχτες θέτουν στο στόχαστρο τους τις μικρότερες εταιρείες και τις εταιρείες συμπληρωματικών υπηρεσιών. Η δε «ιδεολογία της κρίσης» δίνει και παίρνει από διοικήσεις εταιρειών που μόλις πριν από λίγους μήνες περηφανεύονταν για την ανάπτυξη της επιχείρησης (βλ.Wind). Οι εργαζόμενοι προσπαθούν ήδη να αντισταθούν στις δυσμενείς αλλαγές. Άλλοτε με επιτυχία, άλλοτε όχι. Οι εντάσεις σίγουρα θα συνεχιστούν οδηγώντας αναπόφευκτα τους εργαζομένους να «ωριμάσουν ταξικά»: δηλαδή να έρθουν «φάτσα-κάρτα» με τα προβλήματα (απολύσεις, μειώσεις εισοδήματος κ.α.), να αναγκαστούν να πάρουν πιο καθαρή θέση στην αναπτυσσόμενη ταξική πάλη. Ας ελπίσουμε ότι η θέση που θα πάρουν θα είναι στο στρατόπεδο του αγώνα. Σε αυτή την κατεύθυνση άλλωστε παρεμβαίνει ο περισσότερος κόσμος που συμμετέχει ενεργά στα νεοσύστατα σωματεία των εταιρειών.


7) Βιομηχανία των MME

Όπως και ο κλάδος των τηλεπικοινωνιών, έτσι και ο χώρος των ΜΜΕ έζησε μετά το ’90 μια ραγδαία ανάπτυξη και εμφανίζει μια «νέα ταξική σύνθεση». Σκεφτείτε την ιδιωτική τηλεόραση, τα αμέτρητα ραδιόφωνα που έχουν κατακλύσει κάθε σημείο των FM, την ηλεκτρονική ενημέρωση από το δημοσιογραφικό in.gr ως το εκπαιδευτικό alfavita (που έχει χιλιάδες ηλεκτρονικούς επισκέπτες κάθε μήνα).
Παράλληλα με την πολυσχιδή ανάπτυξη, σε αυτόν τον χώρο επικρατεί και ένας πολύ μεγάλος κατακερματισμός: σε ειδικότητες (τεχνικοί, τυπογράφοι, δημοσιογράφοι, διοικητικοί υπάλληλοι, καλλιτέχνες, καθαρίστριες[11] κ.α.), σε εργασιακές σχέσεις (άλλοι μισθωτοί, άλλοι με μπλοκάκι, άλλοι με ημιαπασχόληση, άλλοι ως εποχιακοί), στην συνδικαλιστική οργάνωση (σωματεία τεχνικών, δημοσιογράφων, σύλλογοι ελεύθερων επαγγελματιών κ.α.). Παρόλαυτα, πρόσφατα ενημερωθήκαμε ότι –τελείως αυτόνομα και με αγωνιστικό πνεύμα- διοργανώθηκαν μεγάλες συνελεύσεις από εργαζόμενους των media στην Αθήνα που δουλεύουν ως «συνεργάτες» για διαφημιστικές εταιρείες (ηλεκτρολόγοι, ηχολήπτες, μανικιουρίστες, σκηνοθέτες κ.α.). Είδαμε ακόμα την κατάληψη της ΕΣΗΕΑ τον Γενάρη (ως μέρος της εξέγερσης), την κάθοδο πολλών εργαζόμενων των ΜΜΕ πέρσι για το Ασφαλιστικό.
Τι συμβαίνει λοιπόν στα ΜΜΕ;
1. Επισφάλεια. Αμέτρητοι εργαζόμενοι των ΜΜΕ, ίσως και η πλειοψηφία πια, ενώ είναι στην ουσία μισθωτοί, εξαρτημένοι από τα μεγαλοαφεντικά του κλάδου, αναγκάζονται να δουλεύουν εδώ και χρόνια ως «συνεργάτες» με μπλοκάκι, άλλες φορές «μαύρα», άλλες φορές με συμβάσεις «ότι να’ ναι», με το κομμάτι, με απλήρωτες υπερωρίες, ελαστικά ωράρια κτλ. Επίσης, πολλοί φοιτητές και σπουδαστές των ΜΜΕ αναγκάζονται να δουλεύουν άμισθα και με ευέλικτα ωράρια εκτελώντας κάθε είδους δουλειά (κατά τη διάρκεια του φοιτητικού κινήματος η πολύ ζωντανή κατάληψη των ΕΜΜΕ στην Αθήνα ανέδειξε έντονα αυτό το γεγονός).
Η επισφάλεια έχει λοιπόν διεισδύσει για τα καλά στον «λαμπερό» χώρο των ΜΜΕ και πρωτοβουλίες όπως αυτήν (http://katalipsiesiea.blogspot.com/) αρχίζουν να την αναδεικνύουν και προσπαθούν να την αντιμετωπίσουν. Η εξέγερση τροφοδοτήθηκε καίρια από εργαζομένους και φοιτητές στην βιομηχανία των ΜΜΕ, που μάλιστα βοηθούν πολύ το κίνημα σε ζητήματα αντιπληροφόρησης και έχουν αναδείξει την πληροφορία, την «είδηση», ως πεδίο ταξικής σύγκρουσης.
2. Συντεχνιασμός-Παραγοντισμός-Γραφειοκρατία. Μπορεί η επισφάλεια να προελαύνει, αλλά η συναίνεση, η γραφειοκρατία, ο παραγοντισμός, είναι χρόνια προβλήματα στην οργάνωση στα ΜΜΕ. Το μπούχτισμα και η αναποτελεσματικότητα από αυτόν τον συντεχνιακό- παραγοντίστικό συνδικαλισμό, καθώς τα προβλήματα οξύνθηκαν, τροφοδοτεί ριζοσπαστικότερες αντιδράσεις.
Πιο συγκεκριμένα, τα διαμάντια του συντεχνιασμού-συναίνεσης-γραφειοκρατίας είναι οι διοικητικοί υπάλληλοι και κυρίως οι δημοσιογράφοι (λόγω και της φύσης της δουλειάς: 4η εξουσία τους λένε). Στους δεύτερους αρχίζουν να αλλάζουν πολλά με αφορμή την μάχη στο Ασφαλιστικό (όπου η κυβέρνηση «έβαλε χέρι» στο ταμείο τους). Αυτό φαίνεται: α) από τις εκλογές, πέρσι και φέτος, στην ομοσπονδία τους, την ΠΟΕΣΥ, όπου έγινε μια ανατροπή και η κεντροδεξιά ηγεσία έχασε την ηγεμονία της από την κεντροαριστερή τάση β) από την εμφάνιση διαφόρων, πιο ριζοσπαστικών εκλογικών σχημάτων τα τελευταία χρόνια π.χ. ασύνταχτος τύπος - http://asyntaxtostypos.wordpress.com/- στην Θεσσαλονίκη γ) Από πετυχημένους αγώνες που ξεπερνούν τα γραφειοκρατικά σωματεία π.χ. επαναπρόσληψη απολυμένων συμβασιούχων στην ΕΡΤ-3 πριν λίγες μέρες παρά την συναίνεση της τοπικής ΕΣΗΕΜΘ. Παρολαυτά, η πλειοψηφία των δημοσιογράφων έχει ακόμα συντεχνιακή λογική και συναινετική πρακτική. Λίγο καλύτερη είναι η κατάσταση στους τεχνικούς (λόγω της πιο εκτελεστικής φύσης της δουλειάς και λόγω των περισσότερων προβλημάτων που αντιμετωπίζουν). Σωματεία όπως η ΕΤΙΤΒΕ (Ένωση Τεχνικών Ιδιωτικής Τηλεόρασης Β.Ελλάδας - http://www.etitbe.gr/ ) κρατούν μια πιο αξιοπρεπή στάση, αδυνατώντας όμως να συσπειρώσουν κόσμο και να διεξάγουν δυνατούς αγώνες.
3. Κρίση. Οι ριζοσπαστικές πρακτικές που εμφανίζονται τον τελευταίο καιρό στα ΜΜΕ δεν έχουν να κάνουν μόνο με την επισφάλεια, τα εργασιακά προβλήματα και την αδυναμία του γραφειοκρατικού-συντεχνιακού συνδικαλισμού να δώσει λύση σε αυτά. Έχουν να κάνουν και με την κρίση, μια κρίση που για τα παραδοσιακά ΜΜΕ έχει ξεκινήσει χρόνια πριν.
Πιο συγκεκριμένα:
n Πολλά ΜΜΕ εμφανίστηκαν μαζί το ’90 γεγονός που οδήγησε όχι μόνο στην αύξηση του εργατικού δυναμικού αλλά και στην αύξηση του επιχειρηματικού ανταγωνισμού. Μέσα στον ανταγωνισμό τους, τα ΜΜΕ επινόησαν κάθε ποταπό τρόπο για να έχουν απήχηση. Σιγά σιγά έχασαν την ποιότητα και την αξιοπιστία τους. Ειδικά η τηλεόραση και οι έντυπες εφημερίδες αμφισβητούνται ως αξιόπιστα μέσα, και πολύς κόσμος στρέφεται πια στο διαδίκτυο και σε πιο προσωπικές επιλογές ενημέρωσης (π.χ. free press περιοδικά).
n Έτσι, αν και η τηλεόραση έχει ακόμη πέραση επειδή είναι δωρεάν και επειδή ενέχει την δυναμική της εικόνας (κάτι που το youtube, οι ταινίες και τα προγράμματα στο διαδίκτυο ήδη αμφισβητούν), πτώση παρατηρείται εδώ και πολύ καιρό στις ημερήσιες εφημερίδες και υποχώρηση της ακροαματικότητας παραδοσιακών ενημερωτικών ραδιοφωνικών σταθμών.
n Η πτώση στις εφημερίδες δεν έχει να κάνει μόνο με την απουσία αξιοπιστίας και την ανάπτυξη εναλλακτικών, ηλεκτρονικών μέσων ενημέρωσης: έχει να κάνει και με τη ραγδαία ανάπτυξη του μάρκετινγκ στα ΜΜΕ, μια ανάπτυξη που προώθησε η είσοδος μεγαλοεπιχειρηματιών στον χώρο (από άλλους κλάδους) που είδαν τα ΜΜΕ ως ανταποδοτικές επιχειρήσεις. Αυτό το επιθετικό μάρκετινγκ οδήγησε στα αμέτρητα ένθετα και στις προσφορές dvd στα κυριακάτικα φύλλα που απαξίωσαν το καθημερινό φύλλο. Αυτό το μάρκετινγκ γιγάντωσε το διοικητικό και τεχνοκρατικό προσωπικό των ΜΜΕ. Αυτό το μάρκετινγκ επέβαλε την υποχρηματοδότηση του (δαπανηρού και μη-κερδοφόρου) ρεπορταζ και βοήθησε στη γιγάντωση των μεγάλων πρακτορείων ειδήσεων που δίνουν προκάτ-ειδήσεις. Αυτό το μάρκετινγκ πάλι, με την παράλληλη διαδικασία απαξίωσης του αστικού κοινοβουλευτικού συστήματος που προβάλουν και εκφράζουν οι εφημερίδες, οδήγησε χιλιάδες ανθρώπους να ψάχνουν την ενημέρωση στα μπλογκς, τα portals και σε άλλα ΑΜΦΙΔΡΟΜΑ ΚΑΙ ΔΩΡΕΑΝ μέσα ενημέρωσης και σχολιασμού (όπου η διαφήμιση σχεδόν απουσιάζει).

Σήμερα λοιπόν η χρηματοπιστωτική κρίση έρχεται και βρίσκει έναν κλάδο όπου
α) οι καθημερινές έντυπες εφημερίδες έχουν πτώση χρόνο με το χρόνο. Πρόσφατα ο Ελεύθερος Τύπος προχώρησε σε απολύσεις, ενώ μεγάλο πρόβλημα έχουν αθλητικές εφημερίδες (η Αθλητική Ηχώ και η Sportime έκλεισαν, η Derby πάει για κλείσιμο κ.α.).
β) το ραδιόφωνο βρίσκεται και αυτό σε κρίση, και μεγάλο ζήτημα αναδεικνύεται το τι θα γίνει με τα απαξιωμένα δημοτικά ραδιόφωνα τα οποία η κυβέρνηση σκέφτεται να τα κάνει ανώνυμες εταιρίες που θα καταλήξουν σε ιδιώτες (όσα φυσικά δεν βάλουν λουκέτο όπως π.χ. το δημοτικό ραδιόφωνο Γιαννιτσών).
γ) στα ηλεκτρονικά μέσα, που γνωρίζουν συνεχή ανάπτυξη, δεν έχει θεμελιωθεί ακόμα κανένα δικαίωμα που ισχύει για τους εργαζόμενους στα πιο παραδοσιακά ΜΜΕ.

Μέχρι τώρα η κρίση –ειδικά στις εφημερίδες- δεν έχει καμία σχέση με αυτό που βιώνει η Αμερική ή η Δυτική Ευρώπη (με πτωχεύσεις, συγχωνεύσεις, μπαράζ απολύσεων). Και εδώ όμως υπάρχουν στοχευμένες απολύσεις (Alter), “εθελούσιες εξόδοι” (Alpha), καθυστερήσεις πληρωμών (διαφημιστικές, περιοδικά) κ.α.

Απέναντι σε αυτήν την κατάσταση πληθαίνουν συνέχεια οι φωνές που ζητούν ενιαίο σωματείο τύπου και προχωρούν σε (δι-επαγγελματικές) επιτροπές αγώνα στους χώρους δουλειάς. Ένα είναι σίγουρο: μέρα με τη μέρα η παραδοσιακή εικόνα που είχαμε για «συμβιβασμένους, συντεχνιακούς εργαζόμενους» στα ΜΜΕ περνά –λόγω της αντικειμενικής κατάστασης που έχει διαμορφωθεί και των συμπεριφορών απάντησης που προκρίνονται- στο παρελθόν…





8) Ταχυμεταφορές

Και ο κλάδος των ταχυμεταφορών παρουσιάζει παρόμοια χαρακτηριστικά με αυτούς των ΜΜΕ και των τηλεπικοινωνίων. Δηλαδή είναι ένας κλάδος που αναπτύχθηκε ραγδαία από το ’90 και μετά αποτελώντας χώρο προσφοράς εργασίας. Αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας ήταν να αναπτυχθεί μια «νέα εργατική φιγούρα», αυτή του «κούριερ», ο οποίος έχει εμπνεύσει και άλλους εργαζόμενους σε άλλους κλάδους ως παράδειγμα του «νέου εργάτη» που συγκροτείται και αγωνίζεται. Αν και η οργάνωση του συλλογικού εργάτη των ταχυμεταφορών προχώρα με αργούς ρυθμούς, είναι αξιοσημείωτη στην Αθήνα η συστηματική παρέμβαση της ΣΒΕΟΔ (Συνέλευση Βάσης Εργαζομένων Οδηγών Δικύκλου), η παρουσία του νεοσύστατου ΣΕΤΤΕΑ (Σωματείου Εργαζομένων Ταχυδρομικών και Ταχυμεταφορικών Επιχειρήσεων Αττικής) όπως και η δημιουργία επιχειρησιακών σωματείων σε ACS κ.α. Επίσης, εργατικές συλλογικότητες κούριερ εμφανίζονται και σε μικρότερες πόλεις (Πάτρα, Ηράκλειο, Θεσσαλονίκη) και προσπαθούν να σταθούν στα πόδια τους.
Αυτή η «νέα εργατική φιγούρα» συμμετείχε στην εξέγερση του Δεκέμβρη, είτε μεμονωμένα, είτε με εργατικά σχήματα όπως η ΣΒΕΟΔ (που πήρε σημαντικές πρωτοβουλίες κατά τη διάρκεια των γεγονότων). Και αυτή η συμμετοχή έχει να κάνει με τρεις τουλάχιστον παράγοντες: α) πολλοί κούριερ έχουν δώσει τα προηγούμενα χρόνια καθημερινές μάχες για ποικίλα ζητήματα: ανάκληση απολύσεων, ένσημα, δεδουλευμένα, εργοδοτικές αυθαιρεσίες κ.α. β) η κουλτούρα του δρόμου, του κέντρου, της πορείας, της παρέμβασης στην πόλη, δεν τους είναι ξένες γ) Πολύς «πολιτικοποιημένος» κόσμος, κυρίως από τον πολιτικό χώρο της αντιεξουσίας (που συμμετείχε μαζικά στην εξέγερση) βρήκε δουλειά στον κλάδο και προσέφερε καίρια και στην ανάπτυξη της εργατικής οργάνωσης και στην εξέγερση του Δεκέμβρη.
Βέβαια ο κλάδος δεν αποτελείται μόνο από δικυκλιστές. Μειωμένη είναι η παρουσία διοικητικών υπαλλήλων, αποθηκάριων, τηλεφωνητών και άλλων μελών των ταχυμεταφορικών επιχειρήσεων στις μάχες που δίνονται. Αντίθετα η σκληρή, εκτελεστική εργασία των κούριερ είναι αυτή που τους οδηγεί στην μεγαλύτερη συμμετοχή –παρά την έντονη κινητικότητα που παρουσιάζουν. Ανοιχτό ζήτημα είναι λοιπόν το πώς η οργάνωση θα ενταθεί και θα αγκαλιάσει και άλλες πλευρές του «συλλογικού εργάτη» του κλάδου.
Ενός κλάδου που –συνολικά- δεν βιώνει την παρούσα κρίση έντονα όπως οι άλλοι κλάδοι. Και αυτό διότι οι ταχυμεταφορές προσφέρουν υπηρεσίες σε όλους τους άλλους κλάδους ανεξαιρέτως. Έτσι το μέλλον της ανάπτυξης του κλάδου θα συμβαδίσει ουσιαστικά με το μέλλον του συνόλου της οικονομίας (επιβράδυνση). Τι σημαίνει αυτό συγκεκριμένα; Οι πολλές, μικρές, τοπικές εταιρείες που ξεφυτρώνουν σαν μανιτάρια και προσπαθούν να επιβιώσουν θα πιεστούν. Αντίθετα, οι μεγάλες εταιρείες ταχυμεταφορών είναι λιγότερο ευάλωτες καθότι παρουσίαζαν πολλά κέρδη και αυξημένους τζίρους τα τελευταία χρόνια σε μια αγορά που κυριαρχούν[12]. Στην προσπάθεια τους βέβαια για διατήρηση των κερδών τους θα βρουν πολλές «λαμογιές». Παλιότερα, για να αναπτυχθούν και να μειώσουν την εργατική αντίσταση προχώρησαν ευρέως στην μέθοδο του franchising. Τώρα προωθούν την ενοικίαση εργαζομένων και το «μπλοκάκι», κάνουν «στοχευμένες» απολύσεις (UPS, ACS, Interattica κ.α.), καθυστερούν τις πληρωμές μισθών και εντατικοποιούν τους ρυθμούς τους για να είναι έτοιμες για την λεγόμενη «απελευθέρωση της αγοράς των ταχυμεταφορών» (η «απελεύθερωση» προγραμματιζόταν –με εντολή της ΕΕ- για το 2009, αλλά θα γίνει τελικά το 2013. Περιλαμβάνει την κατάργηση του μονοπωλίου κάποιων υπηρεσιών από τα ΕΛΤΑ π.χ. την διακίνηση φακέλων κάτω των 50 γραμμαρίων). Η «μάχη των ημερών μας» δίνεται πάντως στην ΕΛΤΑ Ταχυμεταφορές που είναι ΔΕΚΟ. Η κυβέρνηση θέλει να την πουλήσει (πώληση του 50% συν μίας μετοχής) αλλά οι εργαζόμενοι –συσπειρωμένοι γύρω από την ομοσπονδία ταχυδρομικών, την ΠΟΣΤ- αντιδρούν. Ο πρώτος διαγωνισμός κηρύχτηκε άγονος αλλά έπεται συνέχεια – πολύ πιθανόν να γίνει ενιαίος διαγωνισμός, και για τα ΕΛΤΑ και για την Ταχυμεταφορές ΕΛΤΑ. Άλλες σημαντικές μάχες δίνονται στην ACS (απολύσεις, μη υπογραφή συλλογικής σύμβασης), στην Speedex και αλλού. Είναι σίγουρο πως στο μέλλον η οργάνωση και ο αγώνας στον κλάδο των ταχυμεταφορών θα συνεχιστεί, αποτελώντας μαζί με τις τηλεπικοινωνίες και τα ΜΜΕ έναν χώρο που αξίζει την προσοχή μας για τις ταξικές απαντήσεις που θα δώσει.


9) Ιδιωτική Εκπαίδευση

Όσο και αν φανεί απίστευτο, στην ιδιωτική εκπαίδευση φαίνεται να απασχολούνται 70 (ΙΝΕ/ΓΣΕΕ) με 130 χιλιάδες (ΕΣΥΕ) παντός τύπου μισθωτοί. Τα στοιχεία δεν είναι ξεκάθαρα. Όπως και να έχει, το σημαντικό είναι ότι η λεγόμενη «παραπαιδεία» αποτελεί μιας πρώτης τάξης οικονομία! Και τι επικρατεί εκεί;
1. Υπερ-προσφορά εργατικού δυναμικού. Αμέτρητοι απόφοιτοι των καθηγητικών σχολών (μαθηματικοί, φιλόλογοι, ξένων γλωσσών κτλ.) δεν βρίσκουν δυνατότητα απορρόφησης από το δημόσιο σύστημα εκπαίδευσης και στρέφονται προς τα πάσης φύσεως φροντιστήρια αλλά και τα ιδιαίτερα μαθήματα. Αυτή η υπερ-προσφορά εργατικού δυναμικού χρησιμοποιείται χρόνια τώρα από τους εργοδότες με δύο βασικούς τρόπους. Και ως μέσο τρομοκράτησης και πειθάρχησης των εργαζόμενων («αν θες φύγε, περιμένουν δεκάδες έξω από την πόρτα»), και ως πίεση για την επιβολή επισφαλών εργασιακών σχέσεων. Πραγματικά, οι περισσότεροι εκπαιδευτικοί δουλεύουν στα φροντιστήρια ως ωρομίσθιοι ή με συμβάσεις μερικής απασχόλησης, συνήθως για 9μήνες που διαρκεί το διδακτικό έτος. Πολλοί ακόμα δουλεύουν «μαύρα» (και σε επώνυμες επιχειρήσεις) ή ως «ελεύθεροι επαγγελματίες», με μπλοκάκι (ενώ είναι εξαρτημένοι μισθωτοί).
2. Την ίδια στιγμή που επικρατεί η επισφάλεια, επικρατεί και ο κατακερματισμός. Όχι μόνο σε εργασιακές σχέσεις αλλά και σε ειδικότητες και σε χώρους δουλειάς/σημεία αναφοράς. Πολλοί δουλεύουν σε 2 και 3 φροντιστήρια, πολλοί αλλάζουν φροντιστήρια χρόνο με το χρόνο. Φροντιστήρια που είναι συχνά μικρά και η επιχειρησιακή οργάνωση είναι πάρα πολύ δύσκολη. Γι’ αυτό άλλωστε η βασική συσπείρωση που υπάρχει είναι το κλαδικό σωματείο. Στην Αθήνα αξίζει ιδιαίτερη μνεία ο ΣΕΦΚ (Σύλλογος Εργαζομένων στα Φροντιστήρια Καθηγητών – http://www.sefk.gr/ ) ο οποίος, αν και μικρός, έχει πολύ συστηματική παρέμβαση και αγώνες και διώξεις να τρέχουν στην πλάτη του. Στην Θεσσαλονίκη παρεμβαίνουν, με ελάχιστες δυνάμεις, το ΣΜΕΘ (Σωματείο Μισθωτών Εκπαιδευτικών Θεσσαλονίκης) και ο ΣΕΦΙΕ (Σύλλογος Εργαζομένων στα Φροντιστήρια Ιδιωτικών Εκπαιδευτικών Θεσσαλονίκης και Βόρειας Ελλάδας).
Μέσα σε αυτό το σκληρό εργασιακό περιβάλλον, όπου η προσωρινότητα, η κινητικότητα, η επισφάλεια του εργατικού δυναμικού είναι καθεστώς, πολλοί εκπαιδευτικοί δεν ποντάρουν στην οργάνωση και τον αγώνα για να καλυτερέψει η ζωή τους αλλά στην «πιθανότητα», στο όνειρο της πρόσληψης στο δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα. Αυτό το όνειρο όμως όλο και δυσκολεύει. Και έτσι υπάρχει και κόσμος που καταλαβαίνει ότι πρέπει να το παλέψει και εκεί που βρίσκεται, στην ιδιωτική εκπαίδευση, για τα στοιχειώδη δικαιώματα.
Η άμεση σχέση τώρα με την μαθητική νεολαία, το παρελθόν μικρών μαχών στα φροντιστήρια, η εμπειρία της μακροχρόνιας αδιοριστίας (και για κάποιους, της χαμένης μάχης του ’98 ενάντια στον ΑΣΕΠ), το διανοητικό και πολιτισμικό υπόβαθρο των εκπαιδευτικών σε συνδυασμό με τη σκληρή πραγματικότητα της επισφαλούς εργασίας που βιώνουν («ωρομίσθιος και ας έχω πτυχία»), ήταν παράγοντες που έμμεσα λειτούργησαν για να κατέβουν αρκετοί καθηγητές/τριες στον δρόμο τον Δεκέμβρη. Την ίδια στιγμή, όλοι οι εκπαιδευτικοί, άσχετα αν κατέβηκαν στον δρόμο ή όχι, είχαν να αντιμετωπίσουν τους μαθητές τους που στην συντριπτική τους πλειοψηφία ήταν στο δρόμο. Αυτή η αλληλεπίδραση είναι σημαντική, αναγκάζει τον εργαζόμενο κόσμο να πάρει, συντηρητική ή προοδευτική, θέση για ό,τι έγινε.
Δύσκολα θα ξεκινήσει ένας Δεκέμβρης στην ιδιωτική εκπαίδευση από τους ίδιους τους εργαζομένους. Kαι αυτό δεν έχει να κάνει τόσο με την παρούσα κρίση, όσο με τις αντικειμενικές και χρόνιες δυσκολίες που αναπτύχθηκαν παραπάνω (υπερ-προσφορά καθηγητών, εργοδοτική τρομοκρατία, κατακερματισμός και κινητικότητα κτλ.). Η παρούσα κρίση μόνο έμμεσα μπορεί να επιδεινώσει τα πράγματα. Έμμεσα διότι:
Α) Ο κλάδος πλήττεται δευτερογενώς, με τη μείωση του εισοδήματος των εργαζόμενων-γονιών που τροφοδοτεί τα φροντιστήρια, με τη μείωση της ρευστότητας και των δυνατοτήτων δανεισμού από τα μεγάλα φροντιστήρια για περαιτέρω ανάπτυξη. Ακολουθεί δηλαδή τη γενική επιβράδυνση της οικονομίας. Αυτό ήδη φαίνεται π.χ. από το ότι πολλοί γονείς άρχισαν να καθυστερούν τις πληρωμές στα δίδακτρα
Β) Μπορεί το εισόδημα των γονιών να μειώνεται αλλά τα φροντιστήρια, που είχαν μεγάλη ανάπτυξη τα τελευταία 20 χρόνια, προσφέρουν υπηρεσίες «ανελαστικής ζήτησης». Δηλαδή έχει αποδειχτεί ότι οι γονείς κόβουν πρώτα οποιαδήποτε άλλη δαπάνη παρά την εκπαίδευση, «το μέλλον» των παιδιών τους.
Ο κλονισμός της ζήτησης της υπηρεσίας «ιδιωτική εκπαίδευση» -αν λάβει τελικά χώρα- θα οξύνει σίγουρα τον ανταγωνισμό μεταξύ των εκπαιδευτικών που κάθε καλοκαίρι «διαλύονται» και κάθε Σεπτέμβρη ψάχνουν τρόπο να επιβιώσουν για την επόμενη χρονιά[13]. Θα δυσχεράνει δηλαδή και άλλο την οργάνωση και τον αγώνα –πέρα από τους παράγοντες που ήδη τον παρεμποδίζουν πάρα πολύ.



10) Βιομηχανία της ιδιωτικής υγείας

Κλάδος και αυτός με συγκλονιστική ανάπτυξη από τα μέσα του ’90 και μετά (και περίπου 50-60 χιλιάδες μισθωτούς σήμερα), έδωσε «διέξοδο» σε ένα πλήθος ιατρών, νοσηλευτών και άλλων ειδικοτήτων που δεν απορροφήθηκαν από το ΙΚΑ και το ΕΣΥ (και δεν έχουν κάποιες άλλες επαγγελματικές διεξόδους παρά την υγεία).
Μόνο ως σχήμα λόγου βέβαια μπορεί να χρησιμοποιηθεί ο όρος «διέξοδος» αφού για την πλειοψηφία του κλάδου οι συνθήκες εργασίας είναι πολύ άσχημες, με κύριο χαρακτηριστικό την υπερ-εργασία. Έτσι ιατροί (πολλές φορές ανειδίκευτοι), νοσηλευτές, οδηγοί και λοιπές ειδικότητες αναγκάζονται να καλύψουν ελλείψεις και ανάγκες που απλά…δεν καλύπτονται. Με αποτέλεσμα την υπερκόπωση, την απουσία οποιασδήποτε διάθεσης και ενέργειας για συζήτηση, οργάνωση, αγώνα. Και όλα αυτά δυσχεραίνονται ακόμα περισσότερο από τον κατακερματισμό σε ειδικότητες (διοικητικοί-υγειονομικοί-νοσηλευτές) που έχουν διαφορετικό status, από τον κατακερματισμό σε ποικίλες αμοιβές, από τον κατακερματισμό σε διαφορετικές εργασιακές σχέσεις, από την ύπαρξη εργαζομένων-στελεχών με άμεσα συμφέροντα με τη διοίκηση (εργοδοτικός μηχανισμός) κ.α.
Χαμηλές αμοιβές, εντατικοποίηση και πειθάρχηση είναι λοιπόν τα βασικά χαρακτηριστικά στον εργασιακό χώρο της ιδιωτικής υγείας όπου παρεμβαίνει με λιγοστές δυνάμεις το ΚΚΕ/ΠΑΜΕ (που ελέγχει την ΟΣΝΙΕ-Ομοσπονδία Συλλλόγων Νοσηλευτικών Ιδρυμάτων Ελλάδος). Υπάρχουν ακόμα κάποιες ταξικές παρεμβάσεις από πρωτοβάθμια σωματεία όπως το επιχειρησιακό Ερρίκος Ντυνάν ή το κλαδικό, ομοιο-επαγγελματικό Σωματείο Εργαζομένων Αποκλειστικών Νοσηλευτριών Μακεδονίας. Γενικά, παρά την ύπαρξη συλλόγων εργαζομένων σε πολλά ιδρύματα, η συμμετοχή και οι αγώνες παραμένουν σε πολύ χαμηλό επίπεδο στον χώρο της ιδιωτικής υγείας, σε έναν χώρο όπου «κάνουν παιχνίδι» οι μεγαλοεργοδότες και τα μεγαλοσυμφέροντα.
Σε έναν χώρο δηλαδή που τα ιδιωτικά νοσοκομεία, κλινικές, διαγνωστικά κέντρα κτλ. πληθαίνουν συνέχεια αλλά και συγκεντρώνονται σε μεγάλους ομίλους (όμιλος Euromedica, όμιλος Υγεία-Μητέρα-Λητώ, όμιλος Ιατρικού Κέντρου, όμιλος ΙΑΣΩ, όμιλος ΒΙΟΙΑΤΡΙΚΗΣ-διαγνωστικά κέντρα, όμιλος ΠΕΡΣΕΥΣ κ.α.) δημιουργώντας πραγματικά μια βαριά βιομηχανία. Μια βιομηχανία που ανθεί: η Ελλάδα είναι ανάμεσα στις 4 χώρες του ΟΟΣΑ με τις υψηλότερες ιδιωτικές δαπάνες υγείας και σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα της Hellastat, η αγορά παροχής ιδιωτικών υπηρεσιών υγείας τρέχει με αύξηση 16% ετησίως και ο κύκλος εργασιών των επιχειρήσεων έχει υπερδιπλασιαστεί την τελευταία 7ετια.
Μια αλληλοπλοκή κεφαλαίων (δες π.χ. http://www.euromedica.gr/pelatologio-gr.html ) από ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρείες (που προώθησαν πολύ τον κλάδο), χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, κατασκευαστικές επιχειρήσεις, μεσιτικά γραφεία, κρατικές επιχειρήσεις, ασφαλιστικά ταμεία και διεθνή funds (όπως της MIG) κ.α. έχουν οδηγήσει στην δημιουργία μεγάλων έργων κατά το πρόσφατο παρελθόν (Ιατρικό Διαβαλκανικό Κέντρο στην Θεσσαλονίκη το 2000, Ιατρικό Περιστερίου το 2007, ΒΙΟΙΑΤΡΙΚΗ Αμπελοκήπων το 2007 κ.α.) αλλά και νέων μεγάλων σχεδίων για το άμεσο μέλλον, τόσο στην Ελλάδα, όσο και στις χώρες της Ν.Α. Ευρώπης (στην Αλβανία επενδύει ο όμιλος Υγεία που φτιάχνει το Hygeia Hospital Tirana αλλά και η Euromedica, στην Ρουμανία επενδύει το Ιατρικό Κέντρο κ.α.). Αυτή την στιγμή στην Ελλάδα ετοιμάζεται: ογκολογική Κλινική (173 κλινών) και κέντρο αποκατάστασης (194 κλινών) στην Θεσσαλονίκη από τον όμιλο Euromedica, κλινική 160 κρεβατιών στο Ρέντη από το ΙΑΣΩ που θα απασχολήσει 600 άτομα (σε συνεργασία με την κατασκευαστική ΙΝΤΡΑΚΑΤ) καθώς και ο ΙΑΣΩ Θεσσαλίας (169 κλινών), μαιευτική κλινική (147 κλινών) από το Ιατρικό Κέντρο στο Ερρίκος Ντυνάν, κλινικές σε πολλές πόλεις της επαρχίας όπως η Ιόνιος Γενική Κλινική στην Κέρκυρα της Euromedica (114 κλινών) κ.α.
Και γιατί όχι άλλωστε; Η ανελαστική ζήτηση των υπηρεσιών υγείας, οι πάσης φύσεως ελλείψεις του ΕΣΥ (από προσωπικό μέχρι εξοπλισμό), η γήρανση του πληθυσμού, το αυξημένο ποσοστό των πολιτών ευάλωτων σε ασθένειες κ.α. παράγοντες οδηγούν τους επιχειρηματίες σε επενδύσεις στην κερδοφόρα ιδιωτική υγεία παρά την κρίση. Μια κρίση που επηρεάζει τον κλάδο μόνο ως…επιβράδυνση των επενδύσεων. Το ζήτημα λοιπόν που μπαίνει στο εργατικό δυναμικό της ιδιωτικής υγείας είναι –όχι τόσο το πως θα σταθεί στις επιπτώσεις της κρίσης- αλλά πως θα αντιμετωπίσει τους εργοδότες-κολοσσούς που έχουν επιβάλλει την εντατικοποίηση και πειθάρχηση. Πως π.χ. θα επιβάλλει την τήρηση των συλλογικών συμβάσεων (κόντρα ξέσπασε στο νοσοκομείο Μetropolitan στον Πειραιά τον Νοέμβρη όπου έγιναν και τέσσερις απολύσεις και παρεμβάσεις από το ΠΑΜΕ και επίσης κόντρα υπάρχει στο Ερρίκος Ντυνάν όπου απολύθηκαν τον Φλεβάρη 6 άτομα και η διοίκηση του νοσοκομείου δεν τηρεί τις αποφάσεις του ΟΜΕΔ). Και φυσικά ούτε λόγος για εξέγερση. Πέρα από τις λίγες περιπτώσεις εργαζομένων με πολιτικές αναφορές, που κατέβηκαν στον δρόμο τον Δεκέμβρη, η μεγάλη μάζα του εργατικού δυναμικού της ιδιωτικής υγείας είναι βυθισμένη στον καθημερινό της γολγοθά. Και βλέπει σαν διέξοδο στα καθημερινά της προβλήματα την πρόσληψη (κάποια στιγμή) στο δημόσιο ή την «υπομονή» για την ατομική ανέλιξη στην ραγδαία αναπτυσσόμενη βιομηχανία της ιδιωτικής υγείας.



11) Ναυτιλία: ένας «αόρατος»,
στρατηγικός κλάδος της ελληνικής οικονομίας

«Τα ελληνικά εργοστάσια είναι πλωτά, γιατί όμως είναι αόρατα;» έλεγε η επεξεργασία του κλάδου της ναυτιλίας από την ομάδα «Σπάταλοι» πριν λίγα χρόνια[14]. Και είχε δίκιο. Η μοναδική εμπειρία που έχουμε ίσως οι περισσότεροι με την ναυτιλία είναι…το καράβι που μας μεταφέρει το καλοκαίρι σε κάποιο νησί για να κάνουμε διακοπές. Παρολαυτά, η ναυτιλία (ποντοπόρος και ακτοπλοΐα) αποτελεί μέχρι σήμερα τον δεύτερο πιο δυναμικό κλάδο της χώρας (μετά τον τουρισμό) και θα σταθούμε αρκετά σε αυτήν. Μερικά νούμερα είναι ενδεικτικά (στοιχεία από την Ελληνική Επιτροπή Ναυτιλιακής Συνεργασίας του Λονδίνου –Committee- που βασίζονται στο βρετανικό Νηογνώμονα Lloyd’s Register και δημοσιεύτηκαν στον τύπο τον Μάρτιο του 2009):
--- Το 90% του παγκόσμιου εμπορίου γίνεται στην θάλασσα.
--- Ο εμπορικός στόλος των ελλήνων εφοπλιστών αριθμεί 4.161 πλοία και είναι πρώτος στον κόσμο καθώς ελέγχει το 8,2% της παγκόσμιας ναυτιλίας σε αριθμό πλοίων. Από αυτά τα πλοία τα 1.121 δηλαδή το 26,9% είναι υπό ελληνική σημαία. Μαζί με τα επιβατικά πλοία που χρησιμοποιούνται στην ακτοπλοΐα, τα πλοία με ελληνική σημαία ξεπερνούν τα 2000.
--- Ο ελληνόκτητος εμπορικός στόλος είναι πρώτος στον κόσμο όσον αφορά και την χωρητικότητα, με μερίδιο 15,2% του παγκόσμιο τονάζ.
-- Οι Έλληνες πλοιοκτήτες ελέγχουν το 20,4% της παγκόσμιας μεταφορικής ικανότητας των δεξαμενοπλοίων και το 19,1% της παγκόσμιας μεταφορικής ικανότητας του χύδην ξηρού φορτίου (σιδηρομετάλλευμα, σιτηρά κλπ.)

Με λίγα λόγια, στην «εποχή της παγκοσμιοποίησης», η ελληνόκτητη ναυτιλία είναι η πρώτη δύναμη μεταφοράς για το παγκόσμιο εμπόριο.

Ακόμα, σύμφωνα με στοιχεία για το 2007-2008 (από την εθνική τράπεζα, από το ναυτικό επιμελητήριο, από τον τύπο):
--- 50.000 περίπου έλληνες ναυτικοί και 11.500 εξειδικευμένα στελέχη δουλεύουν στις ναυτιλιακές επιχειρήσεις ελληνικών συμφερόντων[15]. Διαχρονικά οι έλληνες ναυτικοί μειώνονται συνεχώς (προτίμηση εργασιών στην στεριά, αντικατάσταση από φθηνότερο, ξένο εργατικό δυναμικό) και σήμερα έχουν παρουσιαστεί ελλείψεις ελλήνων αξιωματικών. Την ίδια στιγμή όμως αυξάνονται ραγδαία οι εργαζόμενοι σε διοικητικές και υποστηρικτικές υπηρεσίες. Καίριο ρόλο στην μείωση των ελλήνων ναυτικών είναι η χαλάρωση των ποσοστώσεων για απασχόληση ελληνικών πληρωμάτων στα ελληνικής σημαίας πλοία (που ξεκίνησε από τις αρχές του 2007) όπως και το γεγονός ότι τα περισσότερα ελληνόκτητα πλοία έχουν κάποια άλλη «σημαία ευκαιρίας» και δυνατότητα ξένου πληρώματος (αν και οι έλληνες –σε σχέση με άλλα «εθνικά πληρώματα»- δουλεύουν και αυτοί με πολύ άσχημες συνθήκες. Πολλές φορές είναι η ελληνική σημαία που θεωρείται για τους ξένους «σημαία ευκαιρίας»).
Οι μετανάστες τώρα ναυτεργάτες που δουλεύουν για τους έλληνες εφοπλιστές είναι χιλιάδες, στελεχώνουν τις κατώτερες ιεραρχικά θέσεις στο καράβι και δουλεύουν με χειρότερα εργασιακά δικαιώματα απ’ ότι οι έλληνες συνάδελφοι τους. Είναι δύσκολο να υπολογιστεί ο ακριβής αριθμός μεταναστών σε ελληνόκτητα πλοία. Ξέρουμε ότι στην ακτοπλοΐα ο αριθμός τους είναι σημαντικός αλλά μειοψηφικός, ενώ στην ποντοπόρο εμπορική ναυτιλία αποτελούν τη συντριπτική πλειοψηφία (υπάρχουν περιστάσεις όπου μόνο ο καπετάνιος και ο Α΄ μηχανικός μπορεί να είναι έλληνες σε όλο το πλήρωμα).

--- Η συνεισφορά της ναυτιλίας-ακτοπλοΐας και των συναφών με τις ναυτιλιακές επιχειρήσεις οικονομικών δραστηριοτήτων (επενδύσεις σε ακίνητα κτλ.) αγγίζει το 11% του ΑΕΠ της Ελλάδας. Είναι η δεύτερη μεγαλύτερη συνεισφορά στο ελλαδικό ΑΕΠ μετά την άμεση και έμμεση συνεισφορά του τουρισμού (περίπου 18% του ΑΕΠ).
--- Με άλλα λόγια, το εφοπλιστικό κεφάλαιο, παρότι επενδύει σε όλο τον κόσμο -από το Τόκιο ως τη Ν.Υόρκη- έχει διαχυθεί σε ένα πλήθος επενδύσεων σε άλλους κλάδους της ελληνικής οικονομίας. Σκεφτείτε απλά ονόματα όπως Βαρδινογιάννης, Αλαφούζος, Μαμιδάκης, Λάτσης, Κυριακού κτλ. και που έχουν επενδύσει.






Παραγγελίες πλοίων, δάνεια, κρίση

Η ναυτιλία έχει συσσωρεύσει τεράστια κεφάλαια όλα τα προηγούμενα χρόνια. Έτσι τα τελευταία 10 χρόνια οι έλληνες εφοπλιστές προώθησαν την ανανέωση του στόλου τους παραγγέλνοντας νέα πλοία ή αγοράζοντας νεότερα καράβια (secondhand). Από το 2004 έχουν παραγγείλει πλοία αξίας 90 δις ευρώ. Μόνο το 2007 παρήγγειλαν 474 πλοία εκτιμώμενης αξίας 40 δισ. ευρώ (Ελευθεροτυπία 23-8-2008). Οι παραγγελίες και οι αγορές δεν γίνονται βέβαια μόνο με ιδία κεφάλαια. Τα δάνεια των ελληνικών ναυτιλιακών επιχειρήσεων αγγίζουν (2009) τα 75 δις ευρώ και από αυτά τα 17 δις είναι δάνεια από ελληνικές τράπεζες .
Σήμερα, με το ξέσπασμα της κρίσης, λαμβάνει χώρα μια σημαντική μείωση της παγκόσμιας εμπορικής κίνησης, μια συνακόλουθη ραγδαία μείωση των ναύλων (σε ποσοστά π.χ. 64% για τα containerships), οι μετοχές και η αξία των ναυτιλιακών εταιρειών και των πλοίων πέφτει, η «στρόφιγγα» δανείων από τις τράπεζες κλείνει. Όλα αυτά έχουν οδηγήσει σε «ναυτιλιακή ύφεση» που εκφράζεται από:
α) την μείωση στις παραγγελίες πλοίων αλλά και τις ακυρώσεις παλιότερων παραγγελιών. Οι ελληνικές εταιρείες περιορίζουν τώρα την αγορά νέων πλοίων και κάποιοι ακυρώνουν την κατασκευή πλοίων (π.χ. η Genco ακύρωσε 4 πλοία και η Navios άλλα 12), ακόμα και αν χάσουν την προκαταβολή που είχαν δώσει.
β) τον περιορισμό, τις ακυρώσεις ή τις επαναδιαπραγματεύσεις δανείων. Η ζήτηση (ναυτιλιακών) δανείων από τις ελληνικές τράπεζες έχει τελματωθεί, πολλά δάνεια επαναδιαπραγματεύονται «κοινή συναινέσει», δάνεια ακυρώνονται. Οι ελληνικές τράπεζες πιέζονται διττά: από την μία δεν θέλουν να σταματήσουν τη χρηματοδότηση της κερδοφόρας ελληνικής ναυτιλίας για το δικό τους μακροπρόθεσμο συμφέρον. Από την άλλη πρέπει να ελέγξουν το τι δίνουν αφού μπορεί να «φάνε κανόνι» και το κυριότερο, οι ίδιοι οι εφοπλιστές περιορίζουν τα δάνεια αφού, όχι μόνο φοβούνται για το πώς θα ξεχρεώσουν τα παλιά, αλλά βλέπουν ότι η αύξηση της προσφοράς πλοίων (έχουν ήδη παραγγείλει και αγοράσει πολλά) δεν θα αντιστοιχήσει τελικά τα επόμενα χρόνια σε ανάλογη (αυξημένη) ζήτηση μεταφορικών υπηρεσιών.
γ) τα χτυπήματα στους εργαζομένους του ναυτιλιακού κλάδου. Ήδη γίνονται απολύσεις σε διοικητικά στελέχη των εταιρειών π.χ. στην MAERSK. Οι εφοπλιστές αρνούνται, στη νέα συλλογική σύμβαση εργασίας με την ΠΝΟ (Πανελλήνια Ομοσπονδία Ναυτεργατών), να δώσουν μισθολογικές αυξήσεις («λόγω κρίσης»). Δεδουλεύμενα δεν δίνονται: στην ΑΝΕΘ οι εργάτες είναι σε επίσχεση εργασίας και έκαναν και κατάληψη στα γραφεία της εταιρείας στην Θάσο. Στον Αγούδημο (G.A. Ferries), στον Μανούση, στη ΛΑΝΕ κ.α. χρωστούν λεφτά στους εργαζομένους και υπάρχουν επίσης κινητοποιήσεις. Χρόνιο είναι το πρόβλημα της ανεργίας. Αλλά και τα ναυπηγεία περιορίζουν τη δραστηριότητα τους με το ξέσπασμα της κρίσης. Η ανεργία στη ζώνη του Περάματος αυξήθηκε απότομα από το καλοκαίρι και μετά. Δεν ήταν τυχαία η σύγκρουση εργατών της ζώνης με την αστυνομία στο Υπουργείο Εμπορικής Ναυτιλίας τον Μάρτιο (συμμετείχε κόσμος από το ΠΑΜΕ αλλά με διαθέσεις που ξέφευγαν της νομιμότητας).


Πως θα απαντήσουν οι εργάτες της ναυτιλίας από εδώ και πέρα;

Εδώ πρέπει να δούμε λίγο τι συμβαίνει με κάθε ξεχωριστή «εργατική φιγούρα» της ναυτιλίας, τί μορφές οργάνωσης και παραδόσεις αγώνα υπάρχουν. Ξεκαθαρίζοντας φυσικά ότι αυτές οι εργατικές φιγούρες δεν είχαν καμία συμμετοχή στην εξέγερση αλλά έχουν μάθει να οργανώνονται και να αγωνίζονται με άλλες μορφές, μέσω σωματείων, επιτροπών κτλ. στους χώρους δουλειάς τους και στην περιοχή τους (πειραιάς, ελευσίνα κτλ.).
Καταρχήν, το διοικητικό προσωπικό των ναυτιλιακών επιχειρήσεων πρόκειται μεν για ένα εργατικό δυναμικό που μαζικοποιείται συνεχώς τα τελευταία χρόνια αλλά που στην πλειοψηφία του (ακόμα) ενσωματώνεται στις δομές, κέρδη (bonus), προσδοκίες των (κερδοφόρων) επιχειρήσεων. Η συναίνεση στην «κοινωνικοποίηση της κρίσης» είναι πιθανή και μέχρι τώρα δεν έχουν υπάρξει αγωνιστικά νέα.
Μεγαλύτερο ενδιαφέρον έχει το τι θα κάνουν οι ναυτεργάτες που παρουσιάζουν μια πάρα πολύ σημαντική παράδοση αγώνων. Οι ναυτεργάτες, αν και πάντα υπολογίσιμοι, δεν βρίσκονται στην καλύτερη τους θέση. Δεν είναι μόνο η ανεργία. Η ΠΝΟ (η ομοσπονδία που συνενώνει τα 14 πρωτοβάθμια, πανελλήνια και ομοιο-επαγγελματικά σωματεία π.χ. ηλεκτρολόγων, μηχανικών, πλοιάρχων, ναυτομαγείρων κτλ.) πρόκειται για ένα κλασσικό, γραφειοκρατικό συνδικάτο (που ηγεμονεύουν ΠΑΣΚΕ-ΔΑΚΕ). Αντανακλά τις βαθιές υλικές διαιρέσεις (π.χ. πλοιάρχων-ναυτών) και τις συντεχνιακές αντιλήψεις που υπάρχουν στους ναυτεργάτες και τα περισσότερα σωματεία τους (κάποια από τα οποία είναι μόνο σφραγίδες, κάποια λειτουργούν περισσότερο ως «γραφεία εύρεσης εργασίας»). Πολλές φορές η ΠΝΟ έχει κατηγορηθεί για τις συμφωνίες της με το υπουργείο εμπορικής ναυτιλίας και των σχέσεων της με τους εφοπλιστές (που θέλουν να ελέγχουν το συνδικαλιστικό κίνημα των ναυτεργατών). Εκφράζει κυρίως τους έλληνες ναυτεργάτες των ακτοπλοϊκών γραμμών (900 περίπου πλοία) και όχι τόσο των ποντοπόρων πλοίων όπου οι έλληνες ναυτικοί είναι πια οικτρή μειοψηφία (ειδικά στα ελληνόκτητα πλοία με «σημαίες ευκαιρίας»). Δύο σωματεία, μηχανικών και κατώτερων πληρωμάτων μηχανής, που ελέγχονται από το ΠΑΜΕ/ΚΚΕ (τα ΠΕΜΕΝ και ΣΤΕΦΕΝΣΩΝ) κρατούν πιο μαχητική στάση, είναι μαζικότερα από τα άλλα πρωτοβάθμια σωματεία, αλλά επικρατεί και εκεί ο «παραγοντισμός» από τα μέλη του ΚΚΕ που θεωρούν γενικά τον χώρο των λιμανιών «τσιφλίκι» τους. Έτσι χωλαίνουν στο να αντιμετωπίσουν πραγματικά τις διαιρέσεις, τον κατακερματισμό, την αποδυνάμωση του «συλλογικού εργάτη». Η αποδυνάμωση αυτή δεν είναι φυσικά ένα μονόπλευρο αποτέλεσμα της πολιτικής του ΠΑΜΕ/ΚΚΕ. Έχει να κάνει περισσότερο με βασικούς αντικειμενικούς παράγοντες (ανεργία) και με γενικότερες υποκειμενικές αδυναμίες των ναυτεργατών, όπως η πρόσφατη εμπειρία από τις μάχες του 2002 και του 2006. Και οι δύο πολυήμερες απεργίες των ναυτεργατών αντιμετώπισαν την επιστράτευση (και από το ΠΑΣΟΚ, και από τη ΝΔ) και είχαν άσχημο τέλος. Δεν είναι ότι κάποια αιτήματα δεν ικανοποιήθηκαν αλλά η μορφή του αγώνα ήταν πλήρως διαμεσολαβημένη (είτε από την ΠΝΟ, είτε από το ΚΚΕ) και δεν άφησε πιο συγκροτημένους και δυνατούς τους ίδιους τους ναυτεργάτες. Θα πρέπει να ειπωθεί εδώ ότι η απεργία του Φλεβάρη του 2006 δέχθηκε πολύ μεγάλη αλληλεγγύη από κόσμο που κατέβηκε στον δρόμο για να στηρίξει τους ναυτεργάτες. Η συντεχνιακή όμως λογική, τόσο των ηγετών της ΠΝΟ που ήθελαν να τελειώνει η απεργία την κρίσιμη στιγμή, όσο και των δύο σωματείων του ΠΑΜΕ που ήθελαν πρωτίστως να αναδειχτεί ταξικά το ΚΚΕ (και όχι να πετύχουν οι ναυτεργάτες μια νίκη «στα ίσα»), σε συνδυασμό με την κατασταλτική επιλογή της επιστράτευσης, δεν άφησε περιθώρια ισότιμης αλληλεπίδρασης των ναυτεργατών με τους αλληλέγγυους (χωρίς φυσικά οι ίδιοι οι ναυτεργάτες να μην έχουν μερίδιο ευθύνης για τον συντεχνιασμό ή την «τυφλή» προσκόλληση σε συνδικαλιστικά στελέχη που μπορεί να συναλλάσσονται με τους εφοπλιστές).
Με αυτά τα δεδομένα (χρόνια ανεργία και εργασιακά προβλήματα, άσχημες τελευταίες εμπειρίες αγώνα, μεγάλη διαμεσολάβηση από ΠΝΟ και ΚΚΕ και παράδοση συντεχνιασμού) είναι αμφίβολο το πώς θα συλλογικοποιηθούν και θα αντιδράσουν απέναντι στην κρίση οι ναυτεργάτες. Πολύ πιθανόν κάποιοι (αυτοί που θα αντιμετωπίσουν και πιο οξυμμένα προβλήματα π.χ. με δεδουλευμένα) να τραβήξουν μπροστά. Αυτό θα παρασύρει και τους άλλους και τις συνδικαλιστικές ηγεσίες; Ως τώρα πάντως η δύναμη-βαρόμετρο, το ΚΚΕ/ΠΑΜΕ, νοιάζεται για τις ευρωεκλογές και το αν καταφέρουν τελικά να ψηφίσουν οι ναυτεργάτες που θα είναι στο εξωτερικό...
Τα πράγματα διαφέρουν λίγο για την τρίτη «εργατική φιγούρα» του κλάδου της ναυτιλίας, τους εργάτες των ναυπηγείων που έχουν και αυτοί σημαντική παράδοση αγώνων (σε πέραμα, ελευσίνα, σκαραμαγκά, σύρο, χαλκίδα – εκτός από την ζώνη στο πέραμα όπου δραστηριοποιείται ένα πλήθος επιχειρήσεων, όλα τα άλλα ναυπηγεία έχουν δοθεί σε μεγάλες ιδιωτικές επιχειρήσεις). Και στα ναυπηγεία η ανεργία είναι ένα χρόνιο ζήτημα που έχει παραλύσει τον κόσμο (αλματώδης αύξηση από τα μέσα του ’80 και μετά για όλη την Ευρώπη). Σήμερα, πέρα από 4-5 χιλιάδες «μόνιμων», επικρατεί η περιστασιακή απασχόληση των εργατών για κρατικές (στρατιωτικές) κυρίως παραγγελίες και για μικροεπισκευές –και λιγότερο για τις μεγάλες δουλειές του εμπορικού ναυτικού (οι έλληνες εφοπλιστές προτιμούν κυρίως την Ν.Κορέα, την Κίνα, την Ιαπωνία κ.α. χώρες για κατασκευές πλοίων). Η ανεργία, όπως ειπώθηκε, αυξήθηκε ακόμα περισσότερο μετά το φθινόπωρο και το πλήρες πάγωμα στις παραγγελίες πλοίων ενώ πρόσφατα έγινε γνωστή μια κίνηση επιχειρηματικής αναδιάρθρωσης: ο γερμανικός κολοσσός ThyssenKrupp, που ελέγχει το μεγαλύτερο ναυπηγείο της χώρας, τον Σκαραμαγκά των 1400 περίπου εργαζομένων (το 1985 αριθμούσε 5000), παρουσιάζει σημαντικές ζημιές μέσα στο 2009. Έτσι σκέφτεται να αναδιαρθρώσει και ίσως να πουλήσει τα ναυπηγεία. Μέσα σε αυτό πλαίσιο αποφάσισε να πουλήσει μέρος των ναυπηγείων (τμήμα τροχαίου υλικού) και να διώξει 200 περίπου άτομα. Αυτό είχε αναχαιτιστεί μερικώς το 2007: οι εργάτες αγωνίστηκαν, ξεπέρασαν την ηγεσία του συνδικάτου[16] και οι εργαζόμενοι στο τμήμα δεν διώχτηκαν (αν και ανήκουν σε άλλη εταιρεία-φάντασμα). Τι θα γίνει τώρα;
Στη ζώνη δε του Περάματος οι εργοδότες πρόσφατα δεν ήθελαν να υπογράψουν την τοπική συλλογική σύμβαση με τους μεταλλεργάτες. Έγιναν κινητοποιήσεις και τελικά υπογράφτηκε η σύμβαση, δόθηκαν αυξήσεις ενώ προφυλάχτηκε και το 7ωρο (ισχύει από το ’90 και η εργοδοσία συνέχεια το θέτει). Βαρόμετρο στους αγώνες στη ζώνη είναι το ΠΑΜΕ/ΚΚΕ αλλά θα πρέπει να ειπωθεί ότι το κόμμα δεν είναι μόνο «εργαλείο αντίστασης» αλλά έχει μετατραπεί σχεδόν σε «δεύτερο αφεντικό» στη ζώνη: έχει λόγο για τις προσλήψεις, απαγορεύει το μοίρασμα άλλων προκηρύξεων[17], ηγεμονεύει (ακόμα και με τραμπούκικο τρόπο όταν χρειαστεί) την εργατική υποκειμενικότητα.
Με τα ως τώρα δεδομένα λοιπόν φαίνεται ότι η κρίση «δεν θα περάσει αμάχητη» από τους εργαζόμενους στα ναυπηγεία. Υπάρχει παράδοση αγώνων, υπάρχει διάθεση ως τώρα. Το δύσκολο είναι να δούμε ένα γενικό και πιο επιθετικό αγώνα των εργαζομένων των ναυπηγείων. Οι εργαζόμενοι σε κάθε ναυπηγείο κινούνται κυρίως μόνοι, χωρίς πραγματική συνεργασία με άλλους εργάτες ναυπηγείων ή συναφών δραστηριοτήτων π.χ. μεταλλεργάτες της ζώνης. Η διαμεσολάβηση δε από τις κλασσικές συνδικαλιστικές παρατάξεις (ΠΑΣΚΕ, ΠΑΜΕ, ΔΑΚΕ) είναι πολύ ισχυρή, έχει να κάνει με την αποδυνάμωση (λόγω της μακρόχρονης ανεργίας) αυτών των εργατών (αγκίστρωση στις σχέσεις εξουσίας/οφέλη του κάθε κόμματος) και δυσχεραίνει εδώ και χρόνια την πραγματική κυκλοφορία του αγώνα (ενώ υπάρχουν καθημερινά αντιστάσεις).
Τέλος, η τέταρτη εργατική φιγούρα της ναυτιλίας είναι οι λιμενεργάτες που βρίσκονται στην επικαιρότητα (για ενημέρωση δείτε το http://dockworkers.blogspot.com/). Καταρχήν να ειπωθεί ότι ο ΟΛΠ και ο ΟΛΘ έχουν ημιδημόσια λειτουργία (ως τώρα). Η πρόσφατη παραχώρηση των σταθμών εμπορευματοκιβωτίων (ΣΕΜΠΟ) σε ιδιώτες δεν έχει ακόμα ολοκληρωθεί αφού εδώ και 2 χρόνια υπάρχουν τρομερές αντιστάσεις. Είναι χαρακτηριστικό ότι στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης οι απεργιακές κινητοποιήσεις το 2008 έφεραν μείωση των διακινούμενων φορτίων κατά 46% (!) και είναι αυτές που έδιωξαν στην ουσία τον ιδιώτη (Hutchison) και όχι η κρίση. Η σύμβαση δε του ΟΛΠ με την κινέζικη COSCO βρίσκεται στα δικαστήρια λόγω παρανομιών. Οι λιμενεργάτες, εκμεταλλευόμενοι από τη μια την φοβερή τους δύναμη στον καταμερισμό εργασίας (αφού μόνο με το σταμάτημα των υπερωριών και της εργασίας στις αργίες και τα σαββατοκύριακα γονάτισαν την εμπορευματική κίνηση σε Πειραιά και Θεσσαλονίκη) και αγκιστρωμένοι από την άλλη στο ΠΑΣΟΚ (που όχι μόνο ηγεμονεύει στα συνδικάτα τους άλλα έχει δεσμευτεί να ακυρώσει την παραχώρηση των ΣΕΜΠΟ) είναι πιθανό να τα καταφέρουν και να διασώσουν το εργασιακό τους καθεστώς. Ο αγώνας τους όμως παραμένει φοβερά συντεχνιακός, όπως άλλωστε το ίδιο το επάγγελμα τους που συχνά (για όσους δεν ξέρουν) μεταφέρεται από συγγενή σε συγγενή και από γνωστό σε γνωστό. Με αυτόν τον τρόπο δεν συμβάλλουν σε μια ανασύνθεση της εργατικής τάξης παρά μόνο στην προσωπική αναπαραγωγή τους ως «σύγχρονοι μάστορες».




12) «Υπηρεσίες παντός τύπου»:
από τις ΜΚΟ μέχρι τα γραφεία καταχώρησης πληροφοριακών στοιχείων,
από τα γραφιστικά ατελιέ μέχρι τα λογιστικά και νομικά γραφεία και τις εταιρείες πληροφορικής
από τις καθαρίστριες ως τους security-μπάτσους
ένας διάχυτος εργαζόμενος στις υπηρεσίες της πόλης


Πριν κλείσουμε με την εξέταση των μεγαλύτερων και πιο δυναμικών κλάδων του ιδιωτικού τομέα, πρέπει να αναφερθούμε στον άλλο «αόρατο» κλάδο, δηλαδή στις «παντός τύπου υπηρεσίες» που «δεν χωράνε», δεν αποτυπώνονται σε κάποιον κλάδο ακριβώς π.χ. στην υγεία ή στις ταχυμεταφορές. Πράγματι ένα πλήθος διοικητικών-υποστηρικτικών, επιστημονικών και τεχνικών υπηρεσιών λαμβάνουν χώρα στην οικονομία (συνήθως σε μικρούς χώρους παραγωγής) και ούτε η ΕΣΥΕ, ούτε το ΙΝΕ/ΓΣΕΕ δεν μπορεί να τις προσδιορίσει ακριβώς, αναφέροντας βέβαια ότι απασχολούν…πάνω από 200.000 μισθωτούς! Και μάλιστα οι περισσότεροι με υψηλό μορφωτικό επίπεδο (απόφοιτοι τριτοβάθμιας εκπαίδευσης). Τι συμβαίνει εκεί; Πρόκειται για έναν διάχυτο, κατακερματισμένο εργαζόμενο του τριτογενή τομέα που βιώνει όλο το πακέτο των νέων εργασιακών σχέσεων, της πειθάρχησης και της υποτίμησης της εργασίας μετά το ’90, για έναν εργαζόμενο που σιγά-σιγά –συγκρίνοντας τη διανοητική του δύναμη και τις προσδοκίες ζωής με την σκληρή εργασιακή πραγματικότητα της καθημερινότητας- αναπτύσσει μοριακές αντιστάσεις απέναντι σε αυτά που συμβαίνουν (δες π.χ. την περίπτωση στα κτηματογραφικά γραφεία Αττικής στο http://rizospastes.blogspot.com/2009/01/blog-post_31.html ).
Πρόκειται ακόμα για έναν εργαζόμενο που κανένα μοντέλο της σημερινής συνδικαλιστικής συγκρότησης π.χ. τοπικά πρωτοβάθμια σωματεία ιδιωτικών υπαλλήλων, δεν τον έχει εκφράσει. Όχι μόνο γιατί αυτό το μοντέλο δεν μπορεί να λάβει υπόψη την ιδιαιτερότητα του κάθε χώρου υπηρεσιών, αλλά κυρίως δεν μπορεί να λάβει υπόψη την κινητικότητα και προσωρινότητα αυτού του εργατικού δυναμικού και την ιστορική-πολιτισμική συγκρότηση αυτού του κόσμου (που δεν γνώρισε την ύπαρξη του εργατικού-συνδικαλιστικού κινήματος έστω και με τη στοιχειώδη μορφή, όπως π.χ. την έχει γνωρίσει ένας εργάτης στην βιομηχανία μέσω ενός επιχειρησιακού ή κλαδικού συνδικάτου ή μιας εργασιακής επιτροπής). Το παραδοσιακό συνδικαλιστικό κίνημα συγκροτείται με βάση τον κλάδο/χώρο εργασίας προσπαθώντας να δώσει απαντήσεις στις συγκεκριμένες, υλικές συνθήκες εργασίας του κάθε εργαζόμενου. Γεγονός σημαντικό, γιατί «πατάει γερά» στην υλική πραγματικότητα. Αλλά δεν μπορεί να ανταπεξέλθει στη νέα κινητικότητα –και εν τέλει υποκειμενικότητα- της μισθωτής εργασίας στις υπηρεσίες του τριτογενή τομέα. Μιας υποκειμενικότητας που τροφοδότησε την εξέγερση: ο διάχυτος, νέος κόσμος των υπηρεσιών είδε την εξέγερση ως μια μορφή συμμετοχής του στην διαμόρφωση του κοινωνικού γίγνεσθαι, ως μια μορφή ύπαρξης του, αφού δεν έχει στην πραγματικότητα καμία άλλη μορφή κοινωνικής παρέμβασης (όπως π.χ. οι τραπεζικοί, οι εκπαιδευτικοί κ.α. κλάδοι). Ανοιχτό στοίχημα είναι από εδώ και πέρα αν και πως θα βρει αυτός ο κόσμος τρόπο να οργανωθεί και να δράσει. Πολλές επιμέρους πρωτοβουλίες, με βάση πιο συγκεκριμένους εργασιακούς χώρους, έχουν διαφανεί τα τελευταία χρόνια π.χ. προσπάθεια οργάνωσης εργαζομένων στον χώρο των ΜΚΟ. Αλλά και εκεί παρουσιάζονται τα προβλήματα του κατακερματισμού, των ποικίλων εργασιακών σχέσεων, της κινητικότητας. Ίσως πιο ανοιχτά και ευέλικτα σχήματα, όπως ανοιχτές συνελεύσεις εργαζομένων/ανέργων σε τοπικό επίπεδο (σε Ηράκλειο, Βόλο, Μυτιλήνη, Θεσσαλονίκη, Αθήνα κ.α.) να ταιριάζουν περισσότερο στην κινητική και κατακερματισμένη φιγούρα του εργάτη των «παντός τύπου υπηρεσιών». Ενός εργάτη που θα νιώσει πιέσεις από την κρίση, καθότι οι υπηρεσίες συνδέονται πολύ με τους κλάδους που βιώνουν άμεσα την οικονομική επιβράδυνση (τουρισμός, ναυτιλία, τομείς της μεταποίησης και του εμπορίου, κατασκευές).




Ο δημόσιος τομέας –
4 κλάδοι με σημαντική παράδοση αγώνα


Αφού εξετάσαμε τους 12 κλάδους της παραγωγής που συγκεντρώνουν τη συντριπτική πλειοψηφία των μισθωτών του ιδιωτικού τομέα, θα περάσουμε σε 4 κλάδους του δημοσίου τομέα[18]. Πριν το κάνουμε όμως αυτό πρέπει να επισημάνουμε την θεμελιακή υλική διαίρεση μεταξύ εργασιακού καθεστώτος στο δημόσιο και στον ιδιωτικό τομέα. Αν και το δημόσιο έχει γίνει πια μπροστάρης στην προώθηση της ευέλικτης και υποτιμημένης απασχόλησης (οι ωρομίσθιοι, οι εργαζόμενοι στους δήμους, οι συμβασιούχοι του ΟΤΕ κ.α. θα μπορούσαν να πουν εδώ πολλά), ο βασικός κορμός των δημόσιων υπαλλήλων έχει ακόμα:
1) σημαντική συνδικαλιστική ελευθερία και οργάνωση και παράδοση αγώνων που τον προστατεύουν
2) σταθερές σχέσεις εργασίας, έλλειψη του καταλυτικού φόβου της απόλυσης και της ανεργίας
3) συντριπτικά καλύτερες αμοιβές και εργασιακά και ασφαλιστικά δικαιώματα από τον ιδιωτικό τομέα
4) πολύ λιγότερη εντατικοποίηση στην δουλειά, πολύ περισσότερο ελεύθερο χρόνο αφού οι περισσότερες δημόσιες υπηρεσίες δεν σχετίζονται με την άμεση άντληση κέρδους που «κόπτει» τον ιδιώτη εργοδότη.
Η αντικειμενική λοιπόν εργασιακή και κοινωνική κατάσταση ενός δημόσιου μισθωτού είναι πολύ διαφορετική από αυτή ενός μισθωτού του ιδιωτικού τομέα και για αυτό πρέπει να εξετάζουμε τους κλάδους του δημοσίου τομέα και του ιδιωτικού τομέα ξεχωριστά, ακόμα και αν αφορούν το ίδιο αντικείμενο παραγωγής (π.χ. υγεία, παιδεία, τηλεπικοινωνίες κ.α.). Και αυτή η θεμελιακά διαφορετική αντικειμενική κατάσταση επηρεάζει και την ταξική υποκειμενικότητα. Δεν είναι τυχαίο δηλαδή ότι αναπτύσσονται τόσο ισχυρές τάσεις συναίνεσης, συντηρητικοποίησης, (μικρο)αστικοποίησης αν θέλετε, στους δημόσιους υπαλλήλους. Αυτές οι τάσεις (που εξαρτώνται πάντα-και-σε-κάθε-κλάδο του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα από την ιεραρχική θέση του κάθε μισθωτού στον κάθετο καταμερισμό της εργασίας) είναι πολύ πιο έντονες (για να μην πούμε απόλυτες) στις υπηρεσίες κρατικής διοίκησης και καταστολής[19], ενώ αντίθετα είναι πιο αδύναμες σε κλάδους που:
α) παίρνουν την καπιταλιστική μορφή της «βιομηχανίας», της «μαζικής παραγωγής», όπου ακόμα και η διανοητική δουλειά τείνει συνεχώς να γίνεται μηχανικά, αφηρημένα, «εκτελεστικά»
β) που υπάρχει σημαντική εισαγωγή νέων μισθωτών με νέες εργασιακές σχέσεις που προσομοιάζουν (αν δεν ξεπερνούν) το άσχημο εργασιακό καθεστώς του ιδιωτικού τομέα
γ) που έχουν παράδοση αγώνων σε εργατική-ταξική κατεύθυνση.
Αυτοί οι κλάδοι/χώροι είναι η δημόσια εκπαίδευση (70.000 μισθωτοί στην πρωτοβάθμια, 80.000 στην δευτεροβάθμια, 23.000 στην τριτοβάθμια), η δημόσια υγεία (140.000 μισθωτοί), οι δημόσιες επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας (70.000 μισθωτοί) και οι δήμοι/ΟΤΑ (120.000 μισθωτοί). Και σε αυτούς τους κλάδους, οι τάσεις συντήρησης και συναίνεσης των μισθωτών είναι φυσικά παρούσες αλλά είναι πιο μετριασμένες σε σχέση με τον «σκληρό πυρήνα του κράτους»[20].
Αυτούς τους κλάδους θα εξετάσουμε εδώ. Καταρχήν: αν στον ιδιωτικό τομέα οι κύριες συμπεριφορές αντιμετώπισης της κρίσης από τις επιχειρήσεις είναι οι απολύσεις, το χτύπημα των συλλογικών συμβάσεων και η ελαστικοποίηση της εργασίας (η κρίση αποτελεί στην ουσία κορυφαία ευκαιρία για να περάσει η στρατηγική της ευελιξίας που θα αναπτύξει περαιτέρω το καθεστώς της επισφάλειας) στον δημόσιο τομέα μία είναι, εδώ και χρόνια, η κραυγή: δημοσιονομικός έλεγχος! Λιτότητα δηλαδή, περικοπή εργασιακών και ασφαλιστικών δικαιωμάτων, μείωση γενικά του κόστους της εργασίας. Σε αυτή την κατεύθυνση παίρνονται μέτρα όπως:
--- Πάγωμα μισθών και συντάξεων δημοσίου. Νωπή είναι ακόμα η ανακοίνωση ότι δεν θα δοθούν αυξήσεις φέτος στον στενό δημόσιο τομέα. Το μέτρο είναι αρκετά έξυπνο: δίνει αφορολόγητο και χωρίς κρατήσεις εφάπαξ βοήθημα σε αυτούς τους δημόσιους υπαλλήλους που έχουν το μικρότερο εισόδημα[21]. Έτσι –μέσω του κοινωνικού αυτοματισμού- δημιουργεί ένα αίσθημα «κοινωνικής δικαιοσύνης» αφού οι «υψηλόμισθοι» δημόσιοι υπάλληλοι «που δεν κινδυνεύουν και από απόλυση» δεν θα πάρουν αύξηση. Έχουμε λοιπόν μια κοινωνικοποίηση της κρίσης.
--- Αλλαγή εργασιακού καθεστώτος και σε άλλες ΔΕΚΟ. Μετά την Ολυμπιακή (την πήρε εξ’ ολοκλήρου η MIG), τον ΟΤΕ (είσοδος της Deutsche Telekom) και εν μέρει τα λιμάνια, έχουν μπει στο στόχαστρο οι ΕΥΑΘ, ΟΣΕ, ΕΛΤΑ κ.α. Ήδη υπάρχουν σημαντικές κινητοποιήσεις από τους εργαζομένους που θα ενταθούν στο επόμενο διάστημα.
--- Παγώμα προσλήψεων (κάτι που αμφισβητεί τον πρόσφατο αγώνα στη δημόσια υγεία αλλά και τον αγώνα των ωρομισθίων και αναπληρωτών στην δημόσια εκπαίδευση)
--- Μείωση λειτουργικών δαπανών, που αποτελεί στην ουσία «ασφυξία» για τους υπερχρεωμένους ΟΤΑ των χιλιάδων απλήρωτων συμβασιούχων (και μη).
Έχουμε εν συνόλω υποτίμηση όλου του κορμού της «κοινωνικής αναπαραγωγής», έμμεση κοινωνικοποίηση της κρίσης για όλους τους μισθωτούς (αφού η περαιτέρω εμπορευματοποίηση π.χ. της «δωρεάν παιδείας» ή του νερού ή της μεταφοράς με τρένο είναι επίθεση στον κοινωνικό μισθό, σημαίνει ότι οι μισθωτοί, όπου και αν εργάζονται, θα πρέπει να αναπαράγονται με μεγαλύτερο δικό τους κόστος[22]). Έχουμε ακόμα ρητή την προώθηση της ευελιξίας, που θέτει τελικά το ζήτημα της ενιαίας σχέσης εργασίας για το δημόσιο (αλλά και τον ιδιωτικό) τομέα ως κεντρικό επίδικο ζήτημα της εποχής μας.


Και πως αντιδρά ο κόσμος μέσα στο δημόσιο;

Στον κλάδο της πρωτοβάθμιας δημόσιας εκπαίδευσης τα πράγματα δεν είναι καλά. Η «εξέγερση των δασκάλων» το 2006 ηττήθηκε διπλά: σχεδόν κανένα αίτημα δεν ικανοποιήθηκε αλλά κυριότερα, η απεργία δεν άφησε πιο δυνατές συλλογικότητες που θα αντιμετώπιζαν τις επιθέσεις του Υπουργείου. Αυτό φαίνεται από το ότι: α) η ικανοποίηση του αιτήματος για δίχρονη υποχρεωτική προσχολική αγωγή «αντιστράφηκε» και σήμανε την θεσμοθέτηση ενός χρόνου προσχολικής αγωγής που μπορεί να τον παρέχουν οι δήμοι και οι ιδιώτες β) στη μάχη του Ασφαλιστικού, ο κλάδος δεν μπόρεσε να κάνει αγώνα (και ούτε στήριξε σημαντικά τη δεύτερη φάση του φοιτητικού κινήματος την χρονιά της απεργίας) γ) φέτος δεν κουνιέται φύλλο και ενώ υπάρχουν σημαντικά προβλήματα: λόγω ελλειμμάτων, το επικουρικό ταμείο (ΤΕΑΔΥ) δεν δίνει συντάξεις και εφάπαξ, ο ΟΠΑΔ (Οργανισμός Περίθαλψης Ασφαλισμένων Δημοσίου) δεν καλύπτει τις ιατροφαρμακευτικές ανάγκες και τώρα…οι μισθοί παγώνουν. Την ίδια στιγμή, η ηγεσία του κλάδου εκείνου που αγωνίστηκε δυναμικά για 6 βδομάδες πηγαίνει για «διάλογο» με το Υπουργείο Παιδείας. Όλη αυτή η αδυναμία βέβαια πρέπει να αναζητηθεί στο πως δόθηκε η μάχη του 2006: δηλαδή με υποτίμηση της αυτό-οργάνωσης και της ανάπτυξης δυνατών συλλογικοτήτων των ίδιων των καθημερινών δασκάλων, με την επικράτηση εν τέλει της διαμεσολάβησης των συνδικαλιστικών παρατάξεων. Μια επικράτηση που τα αποτελέσματα της φάνηκαν μετά: όταν «έφυγε το κύμα της εξέγερσης» στους πρωτοβάθμιους συλλόγους δεν αναδείχτηκε μια νέα γενιά αγωνιστών (που έδωσε η προηγούμενη μεγάλη απεργία του κλάδου το ’97).
Πολύ χειρότερη όμως είναι η κατάσταση στους καθηγητές που χρόνια τώρα δεν μπορούν να κινηθούν απεργιακά και να «αποκηρύξουν» τις μεγάλες ήττες του ’97-’98. Οι μαθητές (700.000 σε Γυμνάσια-Λύκεια) τους ξεπέρασαν κατά πολύ τον Δεκέμβρη αφού υπήρξαν η «ατμομηχανή» της εξέγερσης με τις καταλήψεις, τις πορείες και τις επιθέσεις στα αστυνομικά τμήματα και στα εμπορικά-τραπεζικά καταστήματα και αυτοκίνητα. Οι μαθητές, που αμέτρητες έρευνες έχουν δείξει ότι «εργάζονται περισσότερο και από τους γονιούς τους», που συνθλίβονται από την εντατικοποίηση για ένα καλύτερο (;) μέλλον, που απογοητεύονται από ένα υποχρηματοδοτούμενο, απαξιωμένο και χωρίς νόημα σχολείο, που είδαν τελικά τον ίδιο τον εαυτό τους να τον πυροβολούν, αυτοί οι μαθητές, αποτέλεσαν μια «νέα γενιά ’91» που είναι σίγουρο ότι θα τονώσει τα κοινωνικά κινήματα από εδώ και πέρα. Βέβαια μην είμαστε τελείως άδικοι με τους μισθωτούς της δημόσιας εκπαίδευσης. Στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση βρίσκεται ένα σημαντικό ριζοσπαστικό δυναμικό μισθωτών που, και κατέβηκε στους δρόμους του Δεκέμβρη, και δίνει μικρές, καθημερινές μάχες στα σχολεία. Αυτό δεν πρέπει να υποτιμάται. Και είναι ιδιαίτερα ενθαρρυντική η φετινή κινητικότητα των ωρομισθίων.
Τέλος, στην τριτοβάθμια εκπαίδευση τα πράγματα εξελίσσονται διαφορετικά. Οι μεν λίγοι ριζοσπάστες πανεπιστημιακοί καθηγητές αποδυναμώθηκαν μετά τη μάχη (και την ήττα) για τον νόμο-πλαίσιο. Αντίθετα, το φοιτητικό κίνημα έχει «μια νέα ποιότητα». Αυτό φαίνεται από την-όλο-και-μεγαλύτερη ανάδειξη των ζητημάτων της μισθωτής εργασίας από τους ριζοσπάστες φοιτητές. Φοιτητικός κόσμος κατέβηκε και πάλεψε και για το Ασφαλιστικό, και τον Δεκέμβρη ήταν καταλυτική η παρουσία τους, και για την υπόθεση της Κ.Κούνεβα οι φοιτητές έβαλαν γερή πλάτη. Πρωτοβουλίες όπως αυτή στο ΑΠΘ για να φύγουν οι εργολαβίες (http://www.ergolabies.blogspot.com/) είναι πραγματικά πρωτόγνωρες για φοιτητές. Όπως και η διάχυση και η στήριξη από τους ριζοσπάστες φοιτητές εγχειρημάτων όπως οι συνελεύσεις γειτονιάς και οι καταλήψεις που δημιουργήθηκαν μετά τον Δεκέμβρη. Και κάτι ακόμα: η κινητικότητα στα πανεπιστήμια μετά το 2006-2007 σπρώχνει και άλλα, «αόρατα» κομμάτια του πανεπιστήμιου στο φως. Όπως οι συμβασιούχοι της βιβλιοθήκης του ΑΠΘ που έχουν κατάληψη αυτές τις μέρες γιατί –στα πλαίσια του «δημοσιονομικού ελέγχου»- τους απολύουν.
Στη δημόσια υγεία τώρα η κατάσταση είναι πολύ διαφορετική. Καταρχήν οι διαιρέσεις στην δημόσια υγεία είναι πιο έντονες σε σχέση με την «πιο ομοιογενή τεχνική σύνθεση» της δημόσιας εκπαίδευσης. Διοικητικό, νοσηλευτικό και ιατρικό προσωπικό είναι… «ξένοι κόσμοι» αν συγκριθούν με τους ωρομίσθιους-αναπληρωτές-μόνιμους (βασικές διαιρέσεις του εκπαιδευτικού κόσμου. Στα σχολεία υπάρχουν και οι καθαρίστριες αλλά δεν υπάρχει κοινότητα με τους εκπαιδευτικούς). Αλλά και η δομή αλλάζει. Τα πολλά, μικρά σχολεία δεν έχουν σχέση με τα νοσοκομεία-εργοστάσια του ΕΣΥ. Ακόμα και τα κέντρα υγείας με τα περιφερειακά ιατρεία τους είναι μια πιο σύνθετη δομή από αυτή του σχολείου. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο που κάθε κομμάτι του δημοσίου συστήματος υγείας κινητοποιείται μόνο του. Ο συντεχνιασμός επικρατεί. Και η συγκλονιστική κατάσταση στο Ζαγκλιβέρι (δι-επαγγελματική οργάνωση των εργαζομένων σε κοινότητα αγώνα με κατοίκους-χρήστες!)[23] αποτελεί δυστυχώς την εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα.
Τώρα: σημαντική ήταν η κινητικότητα των γιατρών του ΕΣΥ το τελευταίο διάστημα που οδήγησε σε νέο νομοθετικό πλαίσιο. Οι κινητοποιήσεις που έγιναν το φθινόπωρο ανέδειξαν τις μεγάλες διαιρέσεις μέσα στο σώμα των ιατρών: μια μεγάλη μάζα επιμελητών Α΄, διευθυντών και άλλων ειδικών ιατρών βολεύονται από την απαξιωμένη εικόνα του ΕΣΥ (με τις ελλείψεις σε προσωπικό και υλικά) αφού τους δίνεται η δυνατότητα να προωθήσουν τα προσωπικά τους συμφέροντα (π.χ. φακελάκι, πελατολόγιο για το ιδιωτικό ιατρείο, φάρμακο-φασόν που το καλοπληρώνονται, λούφα εις βάρος άλλων, κατώτερων στην ιεραρχία, ιατρών). Μια μερίδα ειδικών ιατρών στέκεται «στη μέση» εργασιακά και δεν παίρνει ανοιχτά θέση σε ότι συμβαίνει στο ΕΣΥ. Και τέλος, μια μερίδα ειδικευόμενων κυρίως ιατρών (αλλά και επιμελητών Β΄) «τραβάει το κουπί», γράφει τις αμέτρητες ώρες εργασίας και καλύπτει τις τρύπες του συστήματος. Η αύξηση στους μισθούς που επιτεύχθηκε αφορούσε περισσότερο τα συμφέροντα της πρώτης και δεύτερης μερίδας ενώ το ωράριο, η υπερωριακή αποζημίωση και το ρεπό μετά την εφημερία (που για έναν «ιατρό-κωπηλάτη» μπορεί να σημαίνει και 50 μέρες άδεια τον χρόνο μετά από 50 εφημερίες– όχι αστεία) ήταν το αίτημα που εξέφραζε καταλυτικά την τρίτη μερίδα (που «έπλυνε και όλη τη μπουγάδα» όσον αφορά τις κινητοποιήσεις). Η εφαρμογή όμως του ρεπό και του ωραρίου είναι δύσκολη. Απαιτεί προσλήψεις που έχουν γραφτεί μόνο στα χαρτιά. Και αν κρίνουμε από τις εξαγγελίες για μείωση των δημόσιων δαπανών, όπως και την προσπάθεια καταστολής ιατρών που κάνουν εφαρμογή του νόμου για το ρεπό (πρόσφατο κρούσμα στο Παπαγεωργίου), ο αγώνας στην υγεία είναι ακόμα ανοιχτός…
Στους Δήμους τώρα η κατάσταση θυμίζει το ΕΣΥ ως προς… «τη διάλυση». Πολλοί δήμοι είναι υπερχρεωμένοι, δεν δίνουν δεδουλευμένα μηνών, συμβάσεις κόβονται, προγράμματα όπως το «Βοήθεια στο σπίτι» είναι συνέχεια σε απειλή. Και εκεί οι διαιρέσεις είναι πάρα πολλές, όχι τόσο όσον αφορά τις διαφορετικές ειδικότητες (ο κοινός, συγκεκριμένος δήμος-εργοδότης ενώνει) αλλά όσον αφορά το εργασιακό καθεστώς: μόνιμοι, αορίστου, συμβασιούχοι ενός χρόνου, συμβασιούχοι 8 μηνών, συμβασιούχοι έργου με το μπλοκάκι, τετραωρίτες, ακόμα και «μαύροι» εργαζόμενοι, όλοι αυτοί συνυπάρχουν σε έναν δήμο! Αναδεικνύοντας το ζήτημα της ενιαίας σχέσης εργασίας σε κομβικό.
Ακόμα όμως πιο βασική είναι η διαίρεση μεταξύ των «βυσμάτων» και των ανεξάρτητων εργαζομένων. Οι πελατειακές σχέσεις με τον κάθε δήμαρχο ή άρχοντα της αντιπολίτευσης ή κομματικής-συνδικαλιστικής παράταξης είναι καίρια για την εργασία κάποιου στο δήμο. Ελάχιστος είναι δηλαδή ο κόσμος που δουλεύει χωρίς κάποια εξάρτηση από τους τοπικούς πολιτικούς άρχοντες. Και αυτό εμποδίζει τον αγώνα. Τα προβλήματα όμως είναι οξυμμένα. Η σημαντική παρουσία στην απεργία του Ασφαλιστικού από τους εργαζόμενους των ΟΤΑ δείχνει ότι δεν είναι όλοι ευχαριστημένοι. Ακόμα και συναινετικοί εργαζόμενοι αναγκάζονται να κινητοποιηθούν. Αυτό συνέβη π.χ. πρόσφατα στον «συντηρητικό» δήμο Ευόσμου, αφού τα χρωστούμενα έχουν φτάσει τους 6 μήνες! Και φυσικά, οι κινητοποιήσεις στους ΟΤΑ, όπως και στους άλλους κλάδους του δημοσίου τομέα (στους οποίους η σοσιαλδημοκρατία κυριαρχεί) έχουν να κάνουν και με την ύπαρξη συσσωρευμένων εμπειριών αγώνα και έτσι την ανάπτυξη ριζοσπαστικών μειοψηφιών που θέτουν τα ζητήματα ταξικά και «τραβούν μπροστά» (παρά τα παραδοσιακά, γραφειοκρατικά σωματεία). Αυτές οι ριζοσπαστικές πολιτικές μειοψηφίες είναι άλλωστε που στήριξαν τις δράσεις του Δεκέμβρη, τόσο από τους ΟΤΑ, όσο και από τους υγεινομικούς και τους εκπαιδευτικούς.
Όχι όμως από τις ΔΕΚΟ (δηλαδή από την ΔΕΗ, ΟΤΕ, ΟΣΕ, ΕΥΑΘ, ΕΛΤΑ, Λιμάνια, αστικές συγκοινωνίες κ.τ.λ.). Έχει ξαναειπωθεί[24]. Οι ΔΕΚΟ είναι η επιτομή του συντεχνιακού-γραφειοκρατικού συνδικαλισμού, ο πυλώνας της ΓΣΕΕ. Οι εργαζόμενοι στις ΔΕΚΟ ήταν για δεκαετίες μπροστάρηδες στον αγώνα. Μετά όμως από την «ενσωμάτωση» του ’80 και τις «ροπαλιές» του ’90 και του 2000 έχουν χάσει τη δύναμη τους. Όχι τη δύναμη την αντικειμενική, λόγω του κομβικού τους ρόλου στον καπιταλιστικό καταμερισμό εργασίας. Αυτή τη δύναμη άλλωστε εκμεταλλεύονται μέχρι σήμερα, από τα λιμάνια ως τη ΔΕΗ (που μπήκε μπροστά στη μάχη του Ασφαλιστικού). Αλλά τη δύναμη την πολιτική: δηλαδή το ρόλο της προώθησης των συμφερόντων και του αγώνα όλης της εργατικής τάξης και όχι μόνο της πάρτης τους. Αυτό έχει χαθεί, ενώ αν κοιτάξει κανείς προσεχτικά την ιστορία του εργατικού κινήματος στην Ελλάδα, θα δει ότι οι εργάτες των ΔΕΚΟ «έσπρωχναν όλη την τάξη», «γεφύρωναν» τη μάχη σε δημόσιο και ιδιωτικό τομέα. Φωνές εν τη ερήμω είναι λοιπόν σήμερα οι ριζοσπαστικές μειοψηφίες μέσα στις ΔΕΚΟ που θέτουν τα πράγματα ταξικά και δεν αναπαράγουν τον κλασσικό, συντεχνιακό συνδικαλισμό. Φωνές εν τη ερήμω σε οργανισμούς «γερασμένους», όπου οι περισσότεροι εργαζόμενοι είναι μεγαλύτερης ηλικίας, όπου οι νεοπροσλαμβανόμενοι μπαίνουν σε νέο εργασιακό καθεστώς, βλέποντας τα χάλια του συναινετικού συνδικαλιστικού παραγοντισμού (με αποκορύφωση φυσικά τον ΟΤΕ). Η «παλιά πολιτική ταξική σύνθεση», αυτό είναι οι ΔΕΚΟ. Και δεν χωρούσε στον Δεκέμβρη, που εκφράζει τη «νέα». Ποια;


Ένα βασικό συμπέρασμα αντί επιλόγου:
ο Δεκέμβρης αντανακλά τη «νέα ταξική σύνθεση», όμως σε μαζικούς κλάδους-κλειδιά της ελλαδικής καπιταλιστικής (ανα)παραγωγής υπάρχει κρίση,
οικονομική και κυρίως…πολιτική.

Η εξέγερση τροφοδοτήθηκε σίγουρα από ανθρώπους που, με μια πολιτική αναφορά στην Αριστερά ή τον αντιεξουσιαστικό χώρο, αποφάσισαν ότι εκείνες τις μέρες έπρεπε να είναι στον δρόμο. Άλλα όχι μόνο από αυτούς. Υπήρχαν και ανένταχτοι μετανάστες, μαθητές, φοιτητές. Υπήρχαν και πολλοί προοδευτικοί εργαζόμενοι/άνεργοι που θέλησαν να είναι στον δρόμο. Ποιοι εργαζόμενοι; Αυτό το ερώτημα προσπαθήσαμε να απαντήσουμε παραπάνω, παρουσιάζοντας επιγραμματικά την κατάσταση στους μεγαλύτερους κλάδους της (ανα)παραγωγής και προσπαθώντας να συνδυάσουμε την εκεί κατάσταση με την εξέγερση αλλά και την έλευση της κρίσης. Αναφέροντας και το ποια είναι τα σημερινά επίδικα ζητήματα στους κλάδους που ίσως οδηγήσουν σε «εργατικές εξεγέρσεις» (όπως «εξέγερση» ήταν για τα δεδομένα της υποκειμενικότητας του δασκάλου η απεργία των 6 εβδομάδων το 2006).

Με βάση λοιπόν όλη την παραπάνω επεξεργασία:

---Από τον δημόσιο τομέα, η εξέγερση του Δεκέμβρη τροφοδοτήθηκε από τις ριζοσπαστικές πολιτικές μειοψηφίες κλάδων που έχουν παράδοση αγώνα (εκπαιδευτικοί, υγειονομικοί, ΟΤΑ). Από τον ιδιωτικό τομέα, κατέβηκαν κυρίως νέοι εργαζόμενοι από κλάδους των υπηρεσιών που αναπτύχθηκαν ραγδαία μετά το ’90 και εμπεριέχουν πιο υποτιμημένες και επισφαλείς εργασιακές συνθήκες αλλά δεν εμπεριέχουν (ακόμα) δυνατές μορφές οργάνωσης και κοινωνικής εκπροσώπησης/αναγνώρισης (όπως ο επισιτισμός των πόλεων, οι ταχυμεταφορές, οι «παντός τύπου υπηρεσίες», τα ΜΜΕ αλλά και το εμπόριο των πόλεων, η ιδιωτική εκπαίδευση και οι τηλεπικοινωνίες). Αυτοί οι νέοι άνθρωποι έχουν ένα διαφορετικό πολιτισμικό και μορφωτικό επίπεδο, μια νέα κουλτούρα της πληροφορίας και της επικοινωνίας. Τους λείπει η εμπειρία του αγώνα, της οργάνωσης, της ύπαρξης των εργασιακών δικαιωμάτων, αλλά συνάμα και της διαμεσολάβησης, του πολιτικού παραγοντισμού, της ιστορικής ήττας τους εργατικού-συνδικαλιστικού και κομμουνιστικού κινήματος.
Είναι η «νέα ταξική σύνθεση».


-Αντίθετα, κόσμος από νευραλγικούς για την ελλαδική καπιταλιστική (ανα)παραγωγή κλάδους, που συγκεντρώνουν τις μεγαλύτερες μάζες μισθωτών (όπως η μεταποίηση, οι οικοδομές, η ναυτιλία, οι τουριστικές δομές) και συνάμα προσφέρουν τα μεγαλύτερα ποσοστά του ΑΕΠ (όπως και οι τράπεζες και οι ΔΕΚΟ) συμμετείχαν πολύ λιγότερο στην εξέγερση. Σε αυτούς τους κλάδους-κλειδιά για την καπιταλιστική (ανα)παραγωγή είναι που βιώνεται κυρίως η επίθεση της κρίσης. Και είναι αυτοί οι κλάδοι που αντιμετωπίζουν μια άλλη κρίση, πολιτική: δεν μπορούν να παλέψουν για να «προωθήσουν όλη την τάξη», είτε γιατί έχουν παραδοσιακές μορφές συνδικαλιστικής οργάνωσης και παρέμβασης (τράπεζες, ΔΕΚΟ, ναυτεργάτες κτλ.), είναι δηλαδή η «παλιά πολιτική ταξική σύνθεση» όπου η κομματική διαμεσολάβηση και ο συντεχνιασμός κυριαρχούν (διατηρώντας βέβαια κάποια κεκτημένα για τους εργάτες του κλάδου), είτε αντιμετωπίζουν φοβερή (τεχνική και πολιτική) ταξική αποσύνθεση (οι οικοδόμοι αλλά και τομείς της μεταποίησης και της ναυτιλίας).


Πριν τελειώσουμε να πούμε τα εξής. Πολλοί μέχρι εδώ μπορεί να θεωρούν την παραπάνω επεξεργασία άσχετη με την εξέγερση του Δεκέμβρη καθότι οι περισσότεροι εξεγερμένοι ήταν «νεολαία» και δεν κατέβηκαν με μια «εργατική ταυτότητα». Εδώ πρέπει να σκεφτούμε δύο πράγματα:
Πρώτον, αυτό το τόσο αόριστο πράγμα που ονομάζεται «νεολαία» δεν είναι de facto «αυθόρμητο», «εξεγερσιακό» κτλ. Όπως υπάρχουν φοιτητές που πηγαίνουν στη Μύκονο με τη ΔΑΠ, υπάρχουν φοιτητές που συγκρούστηκαν με τις δυνάμεις καταστολής το 2006-2007. Όπως υπάρχουν μαθητές που είπαν «χέστηκα για τον Αλέξη», υπάρχουν μαθητές που έβαλαν την φωτογραφία του στο δωμάτιο τους. Και όπως υπάρχουν νέοι εργαζόμενοι που έχουν δεχτεί να δουλεύουν με συμβάσεις, υπάρχουν και νέοι εργαζόμενοι που τα έχουν πάρει στο κρανίο με την επισφάλεια. Το να αναφερθούμε γενικά και αόριστα στο «αυθόρμητο της νεολαίας» αποκρύπτει την υλικότητα αυτού του αυθόρμητου, το γιατί π.χ. ήταν οι μετανάστες μαθητές οι κύριοι σπάστες. Αυτή την υλικότητα προσπαθήσαμε να προσεγγίσουμε, χωρίς να αμφισβητεί κανείς την ιστορική εμπειρία του μαθητικού κινήματος μετά το ’91 ή τη μακρά παράδοση του φοιτητικού κινήματος από το ’72 και έπειτα.
Δεύτερον, το γεγονός πως ο κόσμος δεν κατέβηκε με την «εργατική ταυτότητα» ή με το συνδικάτο του (ποιο συνδικάτο πρόκρινε τις μορφές του Δεκέμβρη είναι ένα ερώτημα), δεν σημαίνει ότι αυτός ο κόσμος ήρθε από το πουθενά και γύρισε στο πουθενά. Ήρθε από κάπου συγκεκριμένα και γύρισε κάπου συγκεκριμένα, ΣΕ ΜΙΑ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΥΛΙΚΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ. Ακόμα και την πρώτη εβδομάδα, ο εργαζόμενος κόσμος ήταν στη δουλειά το πρωί, στο δρόμο το βράδυ. Το βίωμα (και η άρνηση) της μισθωτής εργασίας ήταν μέσα στην εξέγερση και κατατέθηκε σε πολλά κείμενα ενώ εκφράστηκε και με τις καταλήψεις Εργατικών Κέντρων κτλ.
Αναμφίβολα η παρέα ήταν η πρωτόλεια μορφή οργάνωσης που προκρίθηκε, ο κόσμος κατέβαινε περισσότερο με τους φίλους παρά με τους συναδέλφους της δουλειάς. Και σε ένα δεύτερο επίπεδο, ο κόσμος που γνωρίστηκε μέσα από την εξέγερση θέλησε να οργανωθεί σε καταλήψεις ή/και σε ανοιχτές συνελεύσεις στις γειτονιές, όχι σε σωματεία. Πολύ λογικό. Δεν προτιμήθηκε το πανεπιστήμιο ή το σχολείο ως χώρος συνεύρεσης γιατί η εξέγερση δεν ήταν μαθητο-φοιτητο-κεντρική αλλά ούτε ήταν δυνατή η οργάνωση με βάση έναν συγκεκριμένο χώρο δουλειάς όταν μαθητές, φοιτητές, προσωρινοί και μόνιμοι από διάφορους κλάδους έρχονται μαζί. Έχει ενδιαφέρον όμως ότι στις διαδικασίες γειτονιών που έχουν προκύψει μετά τον Δεκέμβρη τα θέματα δεν είναι στενά τοπικά, δεν είναι θέματα μιας «κλασσικής συνέλευσης κατοίκων», αλλά αντίθετα, πολύ συχνά αφορούν το τι συμβαίνει στην μισθωτή εργασία π.χ. με την Κούνεβα, με την ιδιωτικοποίηση της ΕΥΑΘ κτλ. Αποτελούν στην ουσία διέξοδο κοινωνικής οργάνωσης/έκφρασης κόσμου που είναι αδύναμος και κατακερματισμένος μέσα στο εργασιακό περιβάλλον. Κόσμου που πρόθυμα κατέβηκε στο κάλεσμα της εργατικής πρωτομαγιάς στη Βικτώρια. Κόσμου που ψάχνει τις απαντήσεις για την ταξική ανασύνθεση μέσα στους χώρους της (ανα)παραγωγής. Σε αυτόν τον κόσμο λοιπόν είναι αφιερωμένη και τούτη η δουλειά.


Κωνσταντίνος Ιωάννου
Θεσσαλονίκη, 2 Ιούνη 2009





Επίμετρο:
Το πολυπληθές αντίπαλο στρατόπεδο του Δεκέμβρη και το
στοίχημα του επόμενου διαστήματος


Μιας και αναφερθήκαμε στη σημερινή σύνθεση της τάξης δίνοντας αρκετά αριθμητικά στοιχεία των μισθωτών εργατών, ας δούμε λίγο και τα εξής: η Ελλάδα έχει 380.000 εργοδότες και 1 εκατομμύριο αυτό-απασχολούμενους. Αυτή η πολυπληθής κατηγορία των αυτό-απασχολούμενων (αλλά και των εργοδοτών, που οι περισσότεροι είναι μικρο-εργοδότες) μας διαφοροποιεί πολύ με άλλες χώρες της δυτικής ευρώπης όπου η μισθωτή εργασία αγγίζει το 80% της απασχόλησης (στην ελλάδα είναι το 66%) και υπάρχει μεγάλη συγκέντρωση όσον αφορά τους εργοδότες. Οι αυτό-απασχολούμενοι τώρα συγκροτούνται από τρεις σαφείς, διακριτές ομαδοποιήσεις:
1) Τους αγρότες, που αποτελούν το 1/3 των αυτό-απασχολούμενων. Αγρότες που είναι στη συντριπτική τους πλειοψηφία εργοδότες μεταναστών χωρίς χαρτιά (γιατί είναι αυταπάτη ότι «ο παππούς σκαλίζει το χωράφι») και έτσι «σώθηκαν» (αν και συρρικνώθηκαν σημαντικά) δύο δεκαετίες τώρα από τη συστηματική οικονομική εξαφάνιση τους (είναι γνωστή η πολιτική στρατηγική συρρίκνωσης των αγροτών στην Ευρωπαϊκή Ένωση που εκφράζεται μέσω της ΚΑΠ. Από το 24% του πληθυσμού το ’81, χρονιά ένταξης στην ΕΟΚ, οι αγρότες είναι λιγότεροι από το 10% σήμερα). Αγρότες που αναμφισβήτητα πολώνονται, παρά την προλεταριοποίηση που καθημερινά βιώνουν, προς το συντηρητικό αστικό μπλοκ, που ποτέ δεν στήριξαν πραγματικά τις απεργίες των μισθωτών (αν δεν τις πολεμούν, όπως τις απεργίες των ναυτεργατών), που κλείνουν τους δρόμους και συγκρούονται γιατί δεν πήραν επιδοτήσεις και δεν μπορούν να αναπαραχθούν ως (μικροαστική) τάξη. Ακόμα και οι μειοψηφίες αγροτο-οικογενειών με αριστερή παράδοση, είναι πολύ συχνά εργοδότες, και ας κλείνει τα μάτια του το «κόμμα της εργατικής τάξης», το ΚΚΕ. Όσο για τη στάση των αγροτών απέναντι στον Δεκέμβρη δεν υπάρχουν αυταπάτες. Ελάχιστοι μπόρεσαν να καταλάβουν τη νέα ταξικότητα των πόλεων, ελάχιστοι μπόρεσαν να δεχτούν τους μετανάστες «που κάνουν πλιάτσικό», αυτούς δηλαδή που έχουν κάτω από την μπότα τους τόσα χρόνια, ακόμα και με ένοπλο τρόπο (περίπτωση Μανωλάδας, όπου δύο τάξεις συγκρούστηκαν). Τέλος, οι πρόσφατες κινητοποιήσεις τους, παρά το δυναμισμό τους, ελάχιστα διέφεραν από τις παλιότερες: κάποιοι νέοι αγρότες μπήκαν στο παιχνίδι χωρίς κομματικές ταμπέλες, τρεις ξεκάθαρα πιο αυτόνομες διαδικασίες διαφάνηκαν σε Καρδίτσα, Νίκαια και Σέρρες (αυτονομία εκ των δεξιών σε αυτή την τελευταία περίπτωση) αλλά και πάλι η πολιτική διαμεσολάβηση ήταν μεγάλη, με τους μπλε, πράσινους και κόκκινους αγροτο-συνδικαλιστές. Η ενσωμάτωση στο ΠΑΣΟΚ και τις ντιρεκτίβες της ΕΕ καθώς και η εκτίναξη της κομματικής διαπλοκής και διαφθοράς στους αγροτικούς συνεταιρισμών το ’80, μπολιάστηκε με τη συστηματική εκμετάλλευση των μεταναστών το ’90. Στη συνέχεια, μετά τα σκασμένα λάστιχα του Σημίτη, ο αγροτικός πληθυσμός στήριξε μαζικά την «Δεξιά λύση». Κάτι που φυσικά δεν εμπόδισε τη σταδιακή συρρίκνωση τους ως σήμερα. Αυτή η «βαριά» ιστορική διαδικασία μείωσης και εκφυλισμού (ηλικιακού, οικονομικού, πολιτικού) του αγροτικού πληθυσμού δεν αφήνει περιθώρια να παίξει αυτό το κοινωνικό κομμάτι, που ακόμα παλεύει να διασωθεί με τη λογική «να την βγάλουμε και φέτος», κάποιον προοδευτικό κοινωνικό ρόλο σήμερα. Όμως όλα τα κόμματα εξακολουθούν να χαϊδεύουν τα αυτιά τους και τα «δίκαια» αιτήματα τους γιατί τα δίκτυα σχέσεων των αγροτών είναι μπόλικες ψήφοι.

2) Τους μαγαζάτορες (εμπορικών καταστημάτων -220.000- αλλά και βιοτεχνιών, αποθηκών, εστιατορίων κτλ). Πρόκειται για την παραδοσιακή μικροαστική τάξη των πόλεων και μεγάλο κομμάτι τους πάλι είναι εργοδότες που χρησιμοποιούν «μαύρη μισθωτή εργασία», είτε από μέλη της οικογένειας τους είτε όχι. Είναι σχεδόν οι μισοί των αυτό-απασχολούμενων (500.000), είναι αυτοί που σκύλιασαν απέναντι στην εξέγερση, αυτοί που απασχολούν στις τάξεις τους πολλούς μετανάστες και «σώνονται» από την προλεταριοποίηση λόγω ακριβώς της υποτιμημένης εργασίας των «μαύρων» εργαζομένων.

3) Τους ελεύθερους επαγγελματίες και τους professionals. Αγγίζουν το 1/5 των αυτό-απασχολούμενων και συγκεντρώνονται στις πόλεις. Είναι οι γιατροί, δικηγόροι, λογιστές, γραφίστες, οι μηχανικοί, οι οικονομολόγοι, οι λεγόμενοι professionals, που έχουν πτυχία και εξειδίκευση, που στηρίζουν τον «ευρωπαϊκό εκσυγχρονισμό», αλλά και οι τεχνικοί, υδραυλικοί, ταξιτζήδες, οδηγοί κτλ. που έχουν τεχνική κατάρτιση, που είναι «μάστορες» και δεν θέλουν να προλεταριοποιηθούν. Ανάλογα με το επάγγελμα και την εξάρτηση τους από τις μεγάλες επιχειρήσεις του κλάδου, την «αγορά», κάποιοι προσομοιάζουν περισσότερο τους μισθωτούς (π.χ. γραφίστες) και κάποιοι λειτουργούν περισσότερο σαν επιχειρηματίες (π.χ. ταξιτζήδες). Φυσικά το μισό κεφάλι σκέφτεται σαν αφεντικό και το άλλο μισό σαν εργάτης, που έλεγε και ο Μαρξ, με εξαίρεση ίσως κάποιες χιλιάδες ανθρώπων που είναι ξεκάθαρα μισθωτοί αλλά αναγκάζονται να κόβουν Δελτία Παροχής Υπηρεσιών. Συνολικά, αυτό το κομμάτι των αυτό-απασχολούμενων και ειδικά όσοι προσομοιάζουν την κατάσταση του μισθωτού ήταν πιο θετικοί απέναντι στα γεγονότα (σε σχέση με τους αγρότες και τους μαγαζάτορες) και μάλιστα κάποιοι πολιτικοποιημένοι κατέβηκαν και στον δρόμο.

Ακόμα: ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει στην χώρα μας η στάση των παντός τύπου συνταξιούχων. Ενώ π.χ. οι άνεργοι εντάσσονται σε γενικές γραμμές στον κόσμο της μισθωτής εργασίας και στις συμπεριφορές του, οι συνταξιούχοι, ακόμα και αν ήταν μισθωτοί σε δύσκολες συνθήκες, αποτελούν διακριτά ένα συντηρητικό κομμάτι που ζητά «ησυχία-τάξη και ασφάλεια». Δεν είναι τυχαία η απίστευτη δύναμη του δικομματισμού και ειδικά της ΝΔ στους συνταξιούχους (και γενικά στις μεγαλύτερες ηλικίες και στον κόσμο με χαμηλότερο μορφωτικό επίπεδο), όπως επιβεβαιώνεται σε κοινωνιολογικές αναλύσεις των εκάστοτε εκλογών. Πρόκειται για άλλο ένα κοινωνικό κομμάτι που στην πλειοψηφία του, ως «κοινή γνώμη», συντάχθηκε ενάντια στον Δεκέμβρη. Και –κρατηθείτε- είναι 2.620.000 άτομα!
Το αστικό κομματικό-κοινοβουλευτικό σύστημα λοιπόν (όλα τα κόμματα με «κάτι-σαν-εξαίρεση» τον ΣΥΡΙΖΑ) εκμεταλλεύτηκε τις «ενδιάμεσες μικροαστικές τάξεις»: τον συντηρητισμό των αγροτών, τον κανιβαλισμό των μαγαζατόρων, αλλά και τη στήριξη πολλών ελεύθερων επαγγελματιών. Όπως και τον συντηρητισμό των συνταξιούχων. Τόνισε τις αντιθέσεις (ντόπιος διαδηλωτής-μετανάστης πλιατσικολόγος, ενθουσιώδης νέος-ώριμος μεσήλικας, ειρηνικός φοιτητής/μαθητής-βίαιος κουκουλοφόρος) για να διαιρέσει τον αγωνιζόμενο κόσμο, χρησιμοποίησε με συστηματικό τρόμο την «τρομοκρατία» για να μεγεθύνει τα συντηρητικά αντανακλαστικά. Και βρήκε συμμάχους και μέσα στην μισθωτή εργασία, σε σημαντικά κομμάτια δημοσίων υπαλλήλων (σώματα ασφαλείας, κεντρική διοίκηση και όχι μόνο), σε σημαντικά κομμάτια «συντηρητικών» μισθωτών (είδαμε από ποιους κλάδους) του ιδιωτικού τομέα (η θέση εδώ του ΚΚΕ ήταν καταλυτική).
Όμως: το αστικό σύστημα, που χρησιμοποίησε το πανεπιστήμιο για να διαχειριστεί την αναπαραγωγή των τάξεων υπέρ του (ανάπτυξη μικροαστικών ονείρων/προσδοκιών, life-style και συναίνεσης) αλλά που δεν του «βγήκε» (οι φοιτητές βιώνουν την υποτίμηση και είναι το πιο προοδευτικό κομμάτι της κοινωνίας σήμερα), το αστικό σύστημα, που πόνταρε στην «στρατηγική της έντασης» αλλά γνωρίζει ότι δεν υπάρχουν ερυθρές ταξιαρχίες εδώ, το αστικό κομματικό-κοινοβουλευτικό σύστημα, που έχει φτάσει να παρακαλά να ψηφίσει ο κόσμος στις Ευρωεκλογές, αυτό το σύστημα, βρίσκεται σε βαθιά κρίση. Διότι ξέρει πολύ καλά πια ότι δεν υπάρχει κοινωνική συναίνεση για κρίσιμες μερίδες εργαζομένων των πόλεων, ξέρει ότι η «κοινωνικοποίηση της κρίσης» σημαίνει ότι πρέπει να προχωρήσει στην υποτίμηση δικαιωμάτων εργαζομένων και συνταξιούχων, ξέρει ότι μέχρι και μερίδες όπου έβρισκε παραδοσιακά μεγάλη στήριξη (αγρότες) δεν είναι πια ευχαριστημένοι με κανέναν. Κάποιοι, όπως το συγκρότημα Λαμπράκη, μιλά ανοιχτά για τον «αναγκαίο» μεγάλο συνασπισμό (ΝΔ-ΠΑΣΟΚ) για να προχωρήσει και άλλο η υποτίμηση της εργατικής τάξης αλλά και μερίδων των μεσαίων τάξεων. Εγχείρημα «δίκοπο-μαχαίρι», αφού όταν εφαρμόστηκε στην Ιταλία στα τέλη του ’70 για να κατατροπώσει τη δύναμη του αυτόνομου ταξικού κινήματος, ναι μεν τα κατάφερε, αλλά οδήγησε στην πίεση, τον εκφυλισμό και εν τέλει τη διάλυση των πολιτικών κομμάτων το ’80 και στην αστάθεια (κάποιοι ήδη θέτουν ότι πρέπει τώρα να γίνει η δημιουργία νέων κομμάτων, όπως ο ΣΕΒ μέσω του Δασκαλόπουλου). Φυσικά δεν είμαστε Ιταλία του ’70. Το κίνημα δεν έχει την ανάλογη δυναμική, και προέρχεται από μεγάλες ήττες. Πιο εύκολα θα πιεστεί λοιπόν όταν θα το σφυροκοπήσουν πως «το 70% της λαϊκής εντολής ζητά να ξαναγίνει μεταρρύθμιση του Ασφαλιστικού». Πιο εύκολα όμως θα συνασπιστεί και σε ένα ενιαίο μπλοκ απέναντι στην επίθεση, αφού η σοσιαλδημοκρατία –ο νούμερο 1 εχθρός του ταξικού κινήματος και κύριος εκφραστής/διαμεσολαβητής της εργατικής τάξης- θα έχει πάρει (για δεύτερη φορά μετά τον Σημίτη) ανοιχτή αντι-εργατική θέση. Και η Αριστερά; ΚΚΕ από τη μια μεριά, και ΣΥΡΙΖΑ (και ΑΝΤΑΡΣΥΑ κτλ.) από την άλλη, εκφράζουν –μειοψηφικά- δύο διακριτά κοινωνικά μπλοκ. Το «κόμμα» εκφράζει κυρίως «συντηρητικές» μερίδες των μισθωτών του ιδιωτικού τομέα (αλλά και κάποιους αγρότες, μαγαζάτορες και ελεύθερους επαγγελματίες), οι δεύτεροι εκφράζουν τους «προοδευτικούς» δημόσιους μισθωτούς (και ελεύθερους επαγγελματίες). Περισσότερο αλληλοσυμπληρώνονται δηλαδή, δεν τέμνονται. Και έτσι δεν έχουν λόγο να συνεργαστούν, αφού η ίδια η βάση τους δεν αλληλεπιδρά σημαντικά και δεν τους πιέζει στην ενωτική κατεύθυνση (βέβαια και εκεί που αυτό λαμβάνει χώρα, το ΚΚΕ έχει έναν συγκλονιστικό απομονωτισμό). Και δεν μπορούν τα κόμματα της Αριστεράς –με τα ιστορικά βαρίδια του παρελθόντος- όσο «λίφτινγκ» και να κάνουν, να εκφράσουν τη νέα ταξική σύνθεση της πόλης που προτιμά π.χ. στην εκπροσώπηση των Ευρωεκλογών, τους οικολόγους ή την αποχή.
Η περαιτέρω συγκρότηση αυτής της νέας ταξικής σύνθεσης είναι η ελπίδα.
Η ελπίδα για την ανάπτυξη ενός αυτόνομου ταξικού κινήματος που θα θέσει σε πίεση –και κίνηση- και τις καλύτερες εφεδρείες του καθημερινού κόσμου που διαμεσολαβείται από το ΚΚΕ, τον ΣΥΡΙΖΑ αλλά και το ΠΑΣΟΚ, που θα παίξει την ενοποιό γέφυρα μεταξύ κομματιών που σήμερα «δεν επικοινωνούν», όπως των προοδευτικών μαθητών/φοιτητών και των «συντηρητικών» εργατών των εργοστασίων, των τραπεζών, των ΔΕΚΟ κτλ. Η συγκρότηση αυτής της νέας ταξικής σύνθεσης είναι που θα δεχτεί και μέγα πόλεμο. Από τους επαγγελματίες των κοινοβουλευτικών κομμάτων που θα θέλουν να την διαμεσολαβήσουν, και έχουν την εμπειρία (ειδικά του ΠΑΣΟΚ) για αυτό, από την ανωριμότητα της άκρας αριστεράς (που ονειρεύεται τον «τρίτο πολιτικό επαναστατικό πόλο» αλλά εδώ και 20 χρόνια, από το 1989 που της δόθηκε η ευκαιρία με την απαξίωση του ΚΚΕ/ΣΥΝ, δεν τα έχει καταφέρει), από την ανωριμότητα των αναρχικών/αντιεξουσιαστών που παρεμβαίνουν (οι περισσότεροι) με ακτιβίστικο τρόπο, με αλεξιπτωτισμούς και ιδεολογήματα στο εργατικό κίνημα. Αυτή τη νέα ταξική σύνθεση και την αυτόνομη και δυνατή της συγκρότηση (που είναι ελπίδα για τη συνολική ανασύνθεση/ενοποίηση της τάξης και του ταξικού κινήματος) έχουν καθήκον να προωθήσουν τα πιο ώριμα κινηματικά κομμάτια αυτή τη στιγμή, από όποιον πολιτικό χώρο και αν προέρχονται.


«Η Διεθνής ιδρύθηκε για να αντικαταστήσει τις σοσιαλιστικές ή μισοσοσιαλιστικές αιρέσεις με την πραγματική οργάνωση της εργατικής τάξης για τον αγώνα…Η ανάπτυξη των σοσιαλιστικών αιρέσεων και η ανάπτυξη του πραγματικού εργατικού κινήματος είναι πάντα αντίστροφα ανάλογες. Όσο καιρό οι αιρέσεις είναι ιστορικά δικαιολογημένες, η εργατική τάξη είναι ακόμα ανώριμη για ένα ανεξάρτητο ιστορικό κίνημα. Μόλις φτάσει αυτή την ωριμότητα όλες οι αιρέσεις είναι ουσιαστικά αντιδραστικές…Και η ιστορία της Διεθνούς ήταν ένας συνεχής αγώνας του Γενικού Συμβουλίου ενάντια στις αιρέσεις και στους ερασιτεχνικούς πειραματισμούς που προσπαθούσαν να επιβληθούν μέσα στην ίδια τη Διεθνή ενάντια στο πραγματικό κίνημα της εργατικής τάξης.»

(Καρλ Μαρξ σε γράμμα στο γερμανό σοσιαλιστή Φρίντριχ Μπόλτε για τη Διεθνή Ένωση Εργατών. Ένα ευχαριστώ στον Α. που πάντα τόνιζε αυτό το απόσπασμα, θεωρητικά και πρακτικά)
[1] Μια περιγραφή του αναλυτικού εργαλείου που ονομάζεται «ταξική σύνθεση» και ίσως σας είναι άγνωστο θα βρείτε στο http://rizospastes.blogspot.com/2009/06/blog-post.html
[2] Για το ζήτημα της «φύσης» της κρίσης δείτε στο http://rizospastes.blogspot.com/2008/10/2.html
[3] Όλες οι αναφορές για τον αριθμό των μισθωτών σε κάθε κλάδο προέρχονται από τα στοιχεία της ΕΣΥΕ για το Β΄ τρίμηνο του 2007 και του 2008. Θα τα βρείτε στο http://www.statistics.gr/ Λόγω της «μαύρης εργασίας», των καθημερινών απολύσεων-προσλήψεων κτλ. οι συγκεκριμένοι αριθμοί είναι κατά προσέγγιση και για αυτό έχουν στρογγυλοποιηθεί. Αριθμητικά ο μεγαλύτερος κλάδος μισθωτών είναι το εμπόριο, ακολουθεί η μεταποίηση και μετά είναι οι κατασκευές. Οι μισθωτοί εργαζόμενοι στον ιδιωτικό τομέα φτάνουν τα 2 εκ. και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα το 1 εκ. Υπάρχουν όμως χιλιάδες άνθρωποι που δουλεύουν «μαύρα». Και κάποιοι από αυτούς το κάνουν για δεύτερη δουλειά. Είναι σίγουρο λοιπόν ότι ο πληθυσμός των μισθωτών ξεπερνά κατά πολύ τα 3 εκ. συνολικά.

[4] Σύμφωνα με την έκθεση του ΙΟΒΕ για το 2007 το 63% των ελληνικών εξαγωγών ήταν βιομηχανικά προϊόντα και το 21,2% αγροτικά.

[5] Στο άρθρο Η φυλή των τυφλοπόντικων που πρόσφατα δημοσιεύτηκε στο http://www.rizospastes.blogspot.com/2009/01/2_15.html

[6] Εδώ μπορούμε να καταλάβουμε και το γιατί η μορφή-κόμμα (είτε είναι το ΚΚΕ, είτε οι αναρχικές ομάδες) είναι η πιο διαδεδομένη μορφή ταξικής οργάνωσης στην Ελλάδα. Οι ρίζες του φαινομένου βρίσκονται στην ταξική σύνθεση, στο πλήθος των μικρών και κατακερματισμένων χώρων (ανα)παραγωγής της Ελλάδας που συνήθως οδηγούν τον εργαζόμενο κόσμο στην «έξω-από-τον-εργασιακό-χώρο» συνεύρεση για αγώνα. Με αυτό τον τρόπο μπορούμε να καταλάβουμε και την επικράτηση των κλαδικών και όχι των επιχειρησιακών σωματείων. Φυσικά το φαινόμενο έχει να κάνει και με άλλους σημαντικούς παράγοντες π.χ. την συνειδητή πριμοδότηση της ελληνικής αριστεράς στην «οργάνωση στο κόμμα» με τελευταίο κρούσμα τον ΣΥΡΙΖΑ και σχήματα όπως «εργαζόμενοι του ΣΥΡΙΖΑ».

[7] Την στιγμή που ολοκληρώθηκε το παρόν άρθρο έχουν πάρει μεγάλες διαστάσεις οι κινητοποιήσεις στον Παπουτσάνη για την ανάκληση 9 απολύσεων και την υπογραφή συλλογικής σύμβασης. Ο αγώνας στηρίζεται –αλλά και διαμεσολαβείται- από το ΠΑΜΕ και τις δυνάμεις του.

[8] Εμπειρική, ιστορική απόδειξη και στο βιβλίο «Δυνάμεις της Εργασίας: Εργατικά Κινήματα και Παγκοσμιοποίηση από το 1870», της Beverly Silver. Μια παρουσίαση του βιβλίου που δεν έχει μεταφραστεί στα ελληνικά θα βρείτε στο http://rizospastes.blogspot.com/2008/10/2.html .

[9] Οι επίσημοι άνεργοι είναι μια δεξαμενή 400.000 ανθρώπων (με αυξομειώσεις) εδώ και χρόνια. Ταυτόχρονα υπάρχει και ο «μη-ενεργός» πληθυσμός των 4,3 εκ. (άνω των 15 ετών). Αν αφαιρέσουμε από αυτόν τον «μη-ενεργό» πληθυσμό τους συνταξιούχους (2,62 εκ.) και τους μαθητές λυκείων (350 χιλιάδες) και τους φοιτητές-σπουδαστές (300.000), τότε μας μένουν τουλάχιστον 1 εκ. άνθρωποι που «δεν χωρούν πουθενά»!
Πρόκειται στην ουσία για πολύ κόσμο που δουλεύει «μαύρα» και που πιέζει και αυτός την αγορά εργασίας. Δεν είναι τυχαίο ότι παρά τη ραγδαία αύξηση της απασχόλησης για 20 χρόνια (οι απασχολούμενοι ήταν 3.632.000 το 1991 και αυξάνονται σταθερά και συνεχώς για να φτάσουν το 2008 τους 4.582.000), ο πληθυσμός των επίσημων ανέργων δεν μειώνεται. Ακριβώς διότι υπάρχει μια «δεύτερη δεξαμενή» που ζητά δουλειά. Και ζητά δουλειά διότι δεν επαρκεί το εισόδημα. Το πρόβλημα δηλαδή της ανεργίας στην Ελλάδα δεν είναι η μη-δημιουργία απασχόλησης αλλά το χαμηλό εισόδημα (μισθοί, συντάξεις, επιδόματα κτλ.) που σπρώχνει τον «μη-ενεργό» κόσμο (νέους, γυναίκες, συνταξιούχους, φοιτητές κτλ.) στην εργασία για την ενίσχυση των οικονομικών του νοικοκυριού.
[10] Δεν αναφέρουμε τυχαία την Pizza Hut καθότι εκεί υπήρξε αγώνας πριν από μερικά χρόνια. Συγκεκριμένα, το 2001 ιδρύθηκε το ανεξάρτητο σωματείο εργαζομένων ΣΕΒΑΧ και έγινε πολυήμερη απεργία για την ανάκληση απολύσεων τον Γενάρη και τον Φλεβάρη του 2003. Οι απολύσεις δεν ανακλήθηκαν, το σωματείο δεν μπόρεσε να συνεχίσει, αλλά οι απολυμένοι δικαιώθηκαν τελικά δικαστικά. Ο αγώνας αυτός δέχτηκε μεγάλη αλληλεγγύη και ήταν ίσως πρόδρομος των εκάστοτε συσπειρώσεων εργατικής αλληλεγγύης που εμφανίζονται τα τελευταία χρόνια στην Αθήνα γύρω από ζητήματα απολύσεων, εργοδοτικής αυθαιρεσίας κτλ. Μάλιστα ο ΣΕΒΑΧ ήταν ένα από τα πρώτα «αντι-ιεραρχικά» σωματεία, δηλαδή όλες οι αποφάσεις του παίρνονταν από την γενική του συνέλευση και το Δ.Σ. είχε τυπικό ρόλο.
[11] Για το ζήτημα του καθαρισμού που είναι «ένας κλάδους που διαπερνά τους κλάδους» υπάρχει η πρόσφατη έρευνα από το ΙΝΕ/ΓΣΕΕ και την ΠΕΚΟΠ (στο http://www.inegsee.gr/ ). Μια έρευνα βέβαια που έλαβε χώρα αφότου η Κ.Κούνεβα χτυπήθηκε από την εργοδοσία.
[12] Την πρώτη θέση στην αγορά διατηρεί η ACS με μερίδιο αγοράς 24% και κέρδη 4,1 εκατ. ευρώ το 2007 και ακολουθούν οι: 2) Γενική Ταχυδρομική με 17% της αγοράς και 300.000 ευρώ κέρδη 3) DHL (Express) Ελλάς με 11% και κέρδη άνω του ενός εκατ. ευρώ 4) Ταχυμεταφορές ΕΛΤΑ με 10% και κέρδη 450.000 ευρώ 5) η UPS με 9% 6) η Speedex με 8% και ζημίες 382.000 ευρώ 7) ΤΝΤ SKYPACK με 6% και κέρδη 305.000 ευρώ 8) INTERATTICA με 3% και ζημίες πάνω από 3,1 εκατ. ευρώ, και τέλος 9) η εταιρία ORBIT Ταχυμεταφορές με μερίδιο αγοράς 1% και κέρδη 187.000 ευρώ. Κατά τη διάρκεια του 2007, ποσοστό 90% του συνόλου των αντικειμένων ταχυμεταφοράς διακινήθηκε από τις 9 μεγαλύτερες επιχειρήσεις του κλάδου, ενώ οι ίδιες εισέπραξαν και το 91% των συνολικών εσόδων, όπως αναφέρει η ετήσια μελέτη της Εθνικής Επιτροπής Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων για το 2007, με θέμα «Η Ελληνική Ταχυδρομική Αγορά: Στοιχεία και Τάσεις Αγοράς Έτους 2007».


[13] Μια εξαίρεση αποτελούν ορισμένοι καθηγητές που έχουν πολλά χρόνια σε συγκεκριμένα φροντιστήρια και έχουν οργανική σχέση με αυτά. Κάποιοι μάλιστα έχουν περάσει και στο εργοδοτικό στρατόπεδο, παίρνοντας μικρά μερίδια στην επιχείρηση. Η πλειοψηφία όμως των καθηγητών –και ειδικά των νεότερων- κινείται από την εργασία στην ανεργία και τούμπαλιν, από φροντιστήριο σε ιδιαίτερο και από ιδιαίτερο σε φροντιστήριο.
[14] Εισήγηση που έγινε σε ανοιχτή συνέλευση/εκδήλωση στις 16/5/2006 στην Αθήνα.

[15] Σε διάφορα άρθρα γίνεται λόγος για 160 με 180 χιλιάδες εργαζόμενους (όχι κατ’ ανάγκη μισθωτούς) να απασχολούνται άμεσα ή έμμεσα σε ναυτιλιακές επιχειρήσεις στην Ελλάδα (πλοία, γραφεία, ναυπηγεία, πρακτορεία, αποθήκες κτλ.). Αν ισχύει κάτι τέτοιο, είναι σίγουρο ότι αυτοί που έχουν παράδοση αγώνα αποτελούν την μειοψηφία (οι ναυτεργάτες μαζί με τους εργάτες στα ναυπηγεία -άνδρες μεγαλύτερης κυρίως ηλικίας), ενώ οι νέοι εργαζόμενοι «των ναυτιλιακών υπηρεσιών», που έχουν λιγότερες εμπειρίες οργάνωσης και αγώνα, αποτελούν την πλειοψηφία. Εδώ θα πρέπει να αποσαφηνιστεί ότι οι εργαζόμενοι που εξυπηρετούν τη ναυτιλία «μετριούνται» από την ΕΣΥΕ σε άλλους κλάδους όπως χρηματοπιστωτικός-ασφαλιστικός, υπηρεσίες, μεταφορές και αποθήκευση κτλ.
[16] Τον Οκτώβρη του 2007, εν μέσω κινητοποιήσεων και σε γενική συνέλευση, ψηφίστηκε η πρόταση μομφής του ΠΑΜΕ να καθαιρεθεί η διοίκηση του σωματείου που προωθούσε το ξεπούλημα των 200 εργαζομένων. Τελικά οι εργαζόμενοι παρέμειναν στην θέση τους σε ένα τμήμα που λειτουργεί ως ξεχωριστή εταιρεία. Εκλογές έγιναν τελικά τον Μάη του 2008 και η ΠΑΣΚΕ πήρε πάλι την πλειοψηφία ενώ το ΠΑΜΕ έχασε δυνάμεις! (για όσους πιστεύουν ότι εκλογές και αγώνας συμβαδίζουν).

[17] Το 2007 μάλιστα χτύπησε εργαζόμενους από την «Ανοιχτή Συνέλευση Εργαζομένων-Ανέργων για το Ασφαλιστικό» που πήγαν να μοιράσουν προκηρύξεις στους εργάτες της ζώνης.
[18] «Ο δημόσιος τομέας στην Ελλάδα περιλαμβάνει την κεντρική και περιφερειακή δημόσια διοίκηση, την νομαρχιακή και τοπική αυτοδιοίκηση, τους κλάδους της δημόσιας υγείας και εκπαίδευσης, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κ.α. Ιδιαίτερο μπορεί να χαρακτηρισθεί το καθεστώς των Δημοσίων Επιχειρήσεων Κοινής Ωφελείας (ΔΕΚΟ), υπό την έννοια ότι αυτές νοούνται ως επιχειρήσεις του «ευρύτερου δημοσίου τομέα». Πιο συγκεκριμένα, ως κεντρική δημόσια διοίκηση στην Ελλάδα νοούνται οι δημόσιες Υπηρεσίες (Υπουργεία, Δικαστήρια, Ένοπλες Δυνάμεις, Αστυνομία, Δημόσια Εκπαίδευση, Δημόσια Υγεία κ.α.). Η απασχόληση στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, ως σύνολο, για το 2007, ανέρχεται σε 1.018.000 άτομα, ποσοστό που αντιστοιχεί στο 36,2% της συνολικής απασχόλησης έναντι ποσοστού 63,8% των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα.» Ετήσια Έκθεση ΙΝΕ/ΓΣΕΕ 2008.

[19] Το ΠΑΜΕ/ΚΚΕ παρεμβαίνει π.χ. στην αστυνομία, ενώ πολύς κόσμος (ακόμα και από το ίδιο το ΚΚΕ) το θεωρεί ανώφελο (αν όχι λάθος) να βρίσκεσαι σε έναν τόσο σκληρό μηχανισμό του κράτους. Να σημειωθεί ότι απαγορεύεται η απεργία με οποιαδήποτε μορφή στους δικαστικούς λειτουργούς και σ' αυτούς που υπηρετούν στα σώματα ασφαλείας. Σε άλλους χώρους του κρατικού μηχανισμού, όπως η υγεία και η εκπαίδευση, παρεμβαίνουν ακόμα και οι αναρχικοί.

[20] Και στον ιδιωτικό τομέα υπάρχουν φυσικά τάσεις συναίνεσης και συντηρητικοποίησης από τους μισθωτούς που –λόγω του φόβου της απόλυσης αλλά και των προσδοκιών ανέλιξης- προσδένουν (υλικά και ιδεολογικά) τη μοίρα τους με τη μοίρα της επιχείρησης (έτσι επιτυγχάνεται η εργοδοτική ηγεμονία). Ο δημόσιος μισθωτός όμως, ειδικά ο μόνιμος, δεν έχει τόσο ισχυρό υλικό κίνητρο πρόσδεσης στα συμφέροντα του εργοδότη (ακόμα και αν έχει προσδοκίες κάποιας ανέλιξης) και οι τάσεις συναίνεσης και συντηρητικοποίησης του πηγάζουν περισσότερο από αλλού: από το προνοιακότερο εργασιακό καθεστώς που εν συγκρίσει με τον ιδιωτικό τομέα προσλαμβάνεται ως πανάκεια. Είναι το λεγόμενο «βόλεμα». «Δουλεύω λιγότερο, κερδίζω πιο πολλά, δεν με κουνάει κανείς, γιατί να αγωνιστώ; Δεν βλέπεις πόσο χειρότερα είναι στον ιδιωτικό τομέα»

[21] Συγκεκριμένα δίνονται 500 ευρώ (δηλαδή 35 ευρώ καθαρά για 14 μισθούς) σε όσους έχουν μικτές αποδοχές ως 1500 ευρώ και 300 ευρώ (δηλαδή 21 ευρώ καθαρά για 14 μήνες) σε όσους έχουν μικτές αποδοχές από 1500 ως 1700 ευρώ. Τα βοηθήματα, αν τα διαιρέσουμε με 14 μισθούς, δεν διαφέρουν από τις αυξήσεις του 2-3% που δίνονται τα προηγούμενα χρόνια. Ακούγονται όμως μπόλικα ως συνολικό ποσό. Και την ίδια στιγμή, αφού δεν εντάσσονται στον μισθό, δεν υπολογίζονται για τη σύνταξη ή για την περαιτέρω μισθολογική εξέλιξη. Οι δικαιούχοι των βοηθημάτων είναι 135.000 (500 ευρώ) + 70.000 (300 ευρώ) = 205.000 άτομα. Αυτοί που δεν θα πάρουν τίποτα είναι 478.000 μισθωτοί.

[22] Για μια τέτοια άποψη δες το http://rizospastes.blogspot.com/2007/09/16.html .
[23] Για τους αγώνες στο Ζαγκλιβέρι δες το http://prwtov-zagkliv.blogspot.com/ όπως και ενημερωτικά άρθρα στο http://www.rizospastes.blogspot.com/
[24] Για τον γραφειοκρατικό συνδικαλισμό των ΔΕΚΟ δες και http://rizospastes.blogspot.com/2009/05/blog-post_12.html



ΣΗΜΕIΩΜΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ:Συναγωνιστές και συναγωνίστριες, τρέχουμε ολοταχώς για τις Ευρωεκλογές και ελάχιστοι δίνουν σημασία στο "που βρισκόμαστε", δηλαδή στο τι συμβαίνει στους χώρους δουλειάς με την κρίση, τι εξέφρασε η εξέγερση του Δεκέμβρη όσον αφορά τους εργαζομένους, ποιά ζητήματα θα ανακύψουν στο κοντινό μέλλον. Με τέτοια ερωτήματα στο μυαλό είχα ξεκινήσει σιγά-σιγά μια μελέτη, ήδη από τον Γενάρη. Μόνο όμως αφότου απολύθηκα μπόρεσα να την προχωρήσω. Η επεξεργασία μου ολοκληρώθηκε και μιλά για όλους σχεδόν τους κλάδους της παραγωγής (από την εκπαίδευση ως τη ναυτιλία), σήμερα, το 2009, στην Ελλάδα. Τα στοιχεία που έχω επεξεργαστεί προέρχονται από άρθρα, μελέτες και προσωπικές εμπειρίες και συζητήσεις με κόσμο που εργάζεται στους διάφορους κλάδους. Καθότι ένας άνθρωπος (και οι φίλοι του) αδυνατούν να είναι «πανοπτικόν», η καταγραφή της κατάστασης σε κάθε κλάδο είναι αναγκαστικά επιγραμματική, με αφαιρέσεις, ίσως με ανακρίβειες. Γι' αυτό το λόγο, κάθε σχόλιο σας π.χ. για τον κλάδο σας, θα είναι πολύτιμο. Μπορείτε να μου το στείλετε με e-mail ή, αν είστε εξοικειωμένοι με τα μπλογκ, να το βάλετε ως σχόλιο στο www.rizospastes.blogspot.com Συντροφικά, Κωνσταντίνος από Θεσσαλονίκη