Δευτέρα, 11 Ιανουαρίου 2010

«ΤΙ ΘΕΛΟΥΝ ΟΙ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΕΣ»


Ίσως σε πολλούς να έκαναν εντύπωση οι δηλώσεις του υπουργού δημόσιας τάξης Μ. Χρυσοχοΐδη ύστερα από την έκρηξη βόμβας που τοποθετήθηκε σε κάδο απορριμμάτων κοντά σε πρασιά στο Άγνωστο Στρατιώτη.

Συγκεκριμένα ανέφερε ότι δεν πρόκειται να μετατραπεί η Αθήνα σε αστυνομοκρατούμενη πόλη, ότι τα μνημεία δεν φυλάγονται και ότι δεν πρόκειται ν’ αλλάξει κάτι σ’ αυτήν την κατεύθυνση, αλλά επίσης βεβαίωσε ότι οι δράστες θα συλληφθούν και θα οδηγηθούν στην δημοκρατική δικαιοσύνη. Το ότι η Αθήνα έχει μετατραπεί προ πολλού σε αστυνομοκρατούμενη πόλη είναι βέβαια ένα γεγονός που δεν μπορεί να αμφισβητήσει όχι μόνο ο Χρυσοχοΐδης αλλά οποιοσδήποτε. Πρόκειται λοιπόν για υπουργικές ασυναρτησίες η δήλωση περί μη πρόθεσης αντίδρασης τουλάχιστον τέτοιου είδους;

Μάλλον όχι.

«Τι θέλουν οι τρομοκράτες» είναι ο τίτλος ενός βιβλίου της ιρλανδικής καταγωγής Λουίζ Ρίτσαρντσον κοσμήτορος του Ινστιτούτου Ανωτέρων Σπουδών του Ράντκλιφ, λέκτορος δημόσιας διοίκησης στο Κολέγιο Χάρβαντ και επίσης λέκτορος νομικών στη Νομική Σχολή του Χάρβαντ.

Από τα μέσα της δεκαετίας του 1990 παραδίδει μαθήματα σε φοιτητές του Χάρβαντ για τα «τρομοκρατικά» κινήματα στο πεδίο των διεθνών σχέσεων. Το βιβλίο της Ρίτσαρντσον –η οποία περιγράφει πως στρατολογήθηκε στο Λονδίνο από το φοιτητικό κλάδο του ΙΡΑ, στον οποίο τελικά δεν εντάχθηκε σε αντίθεση με πλήθος κοντινών της προσώπων– αξίζει πράγματι μιας ιδιαίτερης προσοχής όχι μόνο λόγω καταβολών της συγγραφέως, που αυξάνουν τις δυνατότητες κατανόησης «λεπτομερειών» του «προβλήματος», αλλά και όσον αφορά τις προοπτικές που δίνει στην αντιμετώπισή του.

Η Ρίτσαρντσον, ενδεικτικά, θεωρεί ότι «όταν δρουν οι τρομοκράτες, επιδιώκουν τρεις άμεσους αντικειμενικούς σκοπούς: θέλουν να πάρουν εκδίκηση, να αποκτήσουν φήμη και να αναγκάσουν τον αντίπαλο τους να αντιδράσει». Αναφέρει επίσης ότι «πολύ συχνά, ο σκοπός μιας συγκεκριμένης ενέργειας είναι να εξωθήσει την κυβέρνηση σε ισχυρά αντίποινα. Ελπίζουν ότι με αυτό τον τρόπο η κυβέρνηση θα αποξενώσει το κοινό και θα ρίξει νεοσύλλεκτους». Σε άλλο σημείο προσθέτει ότι «συχνά μετά τη σύλληψη ενός ηγέτη ή μια ιδιαίτερα επιζήμια κυβερνητική ενέργεια, κάποια ομάδα θα διαπράξει μία άλλη τρομοκρατική επίθεση, στην προσπάθεια της να καταδείξει στο ευρύ κοινό, στην κυβέρνηση, και το σημαντικότερο στους ίδιους τους υποστηρικτές της, ότι εξακολουθεί να είναι υπολογίσιμη δύναμη».

Περιγράφει όμως και «πρωτότυπους» τρόπους πανεπιστημιακής έρευνας:

«Πριν μερικά χρόνια, μερικοί συνάδελφοι κι εγώ συγκαλέσαμε μία ομάδα από «ακτιβιστές», όπως αποκαλούνται ευγενικά, αντιπροσώπους από διάφορες εθνικιστικές τρομοκρατικές ομάδες για μια μυστική διάσκεψη σε ιδιωτική τοποθεσία. Συναντιόμασταν για αρκετές ημέρες, κατά την διάρκεια των οποίων συμπεριφερόμασταν περίπου όπως σ’ ένα πανεπιστημιακό συνέδριο. Παρουσίασα μια εργασία για τους παράγοντες που ωθούν τους τρομοκράτες να κλιμακώνουν τις αποφάσεις τους, και ένα ανώτερο μέλος μιας πασίγνωστης τρομοκρατικής ομάδας χρησίμευσε ως σχολιαστής της εργασίας μου. Μου υπέδειξε ευγενικά τα σημεία όπου θεωρούσε ότι έχω δίκιο και τα σημεία όπου διαφωνούσε, που οι γενικεύσεις μου ίσχυαν για το κίνημα του και που όχι. Κάναμε παρέα όλοι μαζί για αρκετές ημέρες. Σύντομα έγινε δύσκολο να αποφανθείς σε ποιο στρατόπεδο ανήκε ο καθένας.

Σκοπός της συνάθροισης ήταν εν μέρει η προσπάθεια να καταλάβουμε ποιοι παράγοντες ωθούν μια ομάδα να κλιμακώσει τη βία της σε άλλο επίπεδο, έτσι συνθέσαμε μερικά σενάρια προσπαθώντας ν’ απαντήσουμε σε αυτή την ερώτηση. Εμπλακήκαμε επίσης σε μερικά παιχνίδια πολέμου –πάλι σε μια προσπάθεια να κατανοήσουμε τους παράγοντες που πυροδοτούν την κλιμάκωση της απόφασης. Μεικτές ομάδες από πανεπιστημιακούς και «ακτιβιστές» συμμετείχαν σε κάθε ρόλο. Η ομάδα στην οποία συμμετείχα εγώ ήταν ένας πυρήνας Τσετσένων που είχε την έδρα του στη Μόσχα. Το σενάριο προέβλεπε ότι δεχόμασταν αυξανόμενη πίεση εκ μέρους των αρχών, καθότι προσπαθούσαμε να κατανοήσουμε ποια είδη πιέσεων θα επέβαλλαν την κλιμάκωση μιας απόφασης. Οι ομοιότητες στις αντιδράσεις των πανεπιστημιακών και των ανταρτών ήταν πολύ εντυπωσιακές. Μολονότι η επιχειρησιακή αποτελεσματικότητα εκείνων που είχαν την εμπειρία σού έκοβε την ανάσα (μ’ έναν τελείως ρεαλιστικό τρόπο διόρθωναν εμάς τους πανεπιστημιακούς σε σχέση με τα πόσα άτομα και τι όπλα θα απαιτούνταν για την πραγματοποίηση μιας συγκεκριμένης επιχείρησης), στο πιο σημαντικό ζήτημα του πότε θα πρέπει να κλιμακώνει κανείς τη δράση του, οι αντάρτες δεν ήταν πιο επιρρεπείς στην κλιμάκωση απ’ ότι οι πανεπιστημιακοί. (Μάλιστα οι αντάρτες ξαφνιάστηκαν με τη φιλοπόλεμη διάθεση των πανεπιστημιακών στις μεικτές ομάδες)».

Είναι φανερό λοιπόν ότι οι κατασταλτικοί σχεδιασμοί οποιουδήποτε κράτους λαμβάνουν υπ’ όψιν τους εδώ και αρκετά χρόνια την συσσωρευμένη εμπειρία «απαντήσεων» και «ανταπαντήσεων» στα πλαίσια του πολέμου κατά της «τρομοκρατίας», τους όρους που θέτει κάθε διαδικασία κλιμάκωσης είτε από την δική τους πλευρά είτε από τον αντίπαλο που έχουν ορίσει ως «στόχο», το βαθμό απομάκρυνσης από την κοινότητα των «τρομοκρατών», τις πολιτικές συμμαχίες που τυχόν έχουν συνάψει κλπ.

Οι «αντιδράσεις» του κράτους, λοιπόν, ποικίλουν και δυστυχώς για εκείνους που τις θεωρούν τυποποιημένες πολύ γρήγορα και σε πολλές περιπτώσεις διαπιστώνουν ότι τα πράγματα είναι πολύ διαφορετικά, ιδιαίτερα όταν, όπως στο παρελθόν έχει συμβεί, προκρίνεται η αντιπαράθεση σε επίπεδο στρατιωτικών μηχανισμών, πράγμα που θα επαναλάβουμε μόνο την εξουσία ευνοεί.

Είτε αργά, είτε γρήγορα.

(Δημοσιεύτηκε από Συσπείρωση Αναρχικών)

http://anarchypress.wordpress.com/2010/01/11